Motörhead: "Ace Of Spades"

07/11/2017

Κατηγορία: Old Time Rock

1356

Μέσα στους πρώτους μήνες του 1980 είχαν εδραιώσει τη φήμη τους ως το υπ’ αριθμόν ένα ασύδοτο ροκ τρίο που μπορούσε κανείς να πετύχει περιφερόμενο στα πάλκα της Γηραιάς Αλβιόνας.

 

Την προηγούμενη χρονιά είχαν κυκλοφορήσει δύο lp, “Overkill” και “Bomber”, το ένα πιο κακοτράχαλο και σπηνταρισμένο από τ’ άλλο και οι τέσσερις σερί βραδιές τους στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου υπήρξαν οριακές. Γεννημένοι για να ζουν στο δρόμο, ο Lemmy (35), o “Fast” Eddie Clarke (30) και ο Phil “Philthy Animal” Taylor (26) είχαν επιτέλους βρει προορισμό για την πεινασμένη μουσική τους υπόσταση. Να χορτάσουν από φτιάξιμο και ηδονή, on stage όσο και backstage, έχοντας πληρώσει το εισιτήριο με τον ιδρώτα τους και τα ντεσιμπέλ τους.   «Το ροκ ν’ ρολ δεν είναι μια δουλειά, είναι μια ολόκληρη ζωή. Αν σπάσεις το πόδι σου κάτω απ’ το λεωφορείο των περιοδειών και σου κοπεί τελείως, δεν πας να αυτοπυροβοληθείς που τό’ χασες και δεν τό’ χεις πια. Είσαι υποχρεωμένος να συνεχίσεις και να βρεις τρόπο να τα καταφέρεις μ’ ένα πόδι, να βρεις να βάλεις έστω ένα πλαστικό. Να επιβιώσεις. Έτσι λέγεται το παιχνίδι, επιβίωση. Θα επιβιώσω από τα σκάρτα ηχοσυστήματα στις συναυλίες. Θα επιβιώσω όταν το μπάσο μου θα τα φτύσει και δε θ’ ακούγεται, θα επιβιώσω απ’ ο,τιδήποτε μου συμβεί».

 
Στις 8 Νοεμβρίου του σωτηρίου έτους 1980 κυκλοφορούν το 4ο άλμπουμ τους, τον «Άσσο Μπαστούνι». Στο εξώφυλλο, το φωτογραφημένο σε μια χωματερή του Barnet έξω απ’ το Λονδίνο, μεταχρωματισμένη ώστε να ξεγελά για αυθεντικός αμμόλοφος, εικονίζονται οι τρεις Motörhead ως λεροί κάου – μπόϋς, το ίδιο έκφυλοι και απειλητικοί με τa μέλη της «Άγριας Συμμορίας» του Πέκινπα. Ο δίσκος θα σκαρφαλώσει μέχρι το Νο 4 στα βρετανικά τσαρτς, ποδοπατώντας στο διάβα του το κυρίαρχο τότε mainstream γούστο -Cliff Richard, Adam Ant και Barbra Streisand. Προκαλώντας μετασεισμούς, αισθητούς ακόμη και σήμερα στον τρόπο που ακούγεται, βιώνεται και γίνεται συνολικά αντιληπτό το ροκ ν’ ρολ του προηγούμενου αιώνα.
 
Κλείνει μέσα του έναν τραχέως ασυμβίβαστο ήχο, από τους πιο οχληρούς που είχαν χαραχτεί σε βινύλιο. Αποτυπώνει τη μουσική στάση ζωής τριών απόβλητων, που επειδή δεν είχαν ποτέ κεκτημένα, δεν είχαν και απολύτως τίποτε να χάσουν, γι’ αυτό και έπαιζαν κάθε νύχτα με μια οίηση αυτοφυώς σταρχιδιστική και σε μια ένταση που προκαλούσε εξάντληση -αν όχι κανονική, ιατρικώς διαπιστώσιμη, κώφωση- στο ακροατήριο. Αυτή η ταχύτητα και η πρωτόγονη επιθετικότητα του ήχου τους, μπορεί να ασκούσε ακαριαία επιρροή τόσο στο πανκ, όσο και στο heavy rock κοινό που συνέρεε στα live τους αναζητώντας μια ωμή δόση σκληροπυρηνικής συγκίνησης, όμως οι ίδιοι ήταν ξεκάθαρο ότι κρατούσαν από την εποχή των πρωτόπλαστων ακουσμάτων.
 
«Βλέπουμε τον εαυτό μας σα μια ροκ ν΄ρολ μπάντα. Πάντα συνέδεα το hard rock με τη φάση των MC5. Το heavy metal ακούγεται σαν έναν τύπο που παλεύει να περπατήσει με τις μπότες του γεμάτες μολύβι», θα πει ο Lemmy. Τί είδους παλαιολιθικό, ακατάτακτο πανκ ήταν αυτό που προσέφεραν; Νομίζουν άραγε ότι θα περνάει στο κοινό και την επόμενη χρονιά; Ο Philthy το αποσαφηνίζει με δικά του λόγια, ερωτώμενος από το κατεξοχήν μουσικό έντυπο “Sounds”:
«Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι όπως είμαστε. Θέλουμε να γίνουμε σαν τους
Status Quo και να συνεχίσουμε για πάντα να παίζουμε τα δικά μας. O Chuck Berry δεν άλλαξε ποτέ. Ούτε ο Little Richard άλλαξε ποτέ. Προτιμώ να είμαι σαν κι αυτούς, να παραμείνουμε στη συνταγή που μας αρέσει».
 
Τον χαοτικό και κινδυνώδη αυτόν ήχο τον αποτύπωσε ως εκ θαύματος με διαυγή τρόπο μέσα σ’ ένα δίμηνο – 4 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου – στα Jackson’s Studios, 20 μίλια νοτιοδυτικά από το κέντρο του Λονδίνου, ο Vic Maile. Ένας χαμηλόφωνος, καχεκτικός 37χρονος με μακριά μύτη, από τα χέρια του οποίου είχαν περάσει μέχρι τότε ορισμένα από τα πιο ουσιώδη lp των Kinks, Hendrix, The Who, Zeppelin και Clapton. Είχε διασταυρωθεί και παλιώτερα με τον Lemmy, καθώς υπήρξε ηχολήπτης στο στούντιο που οι Hawkwind είχαν ηχογραφήσει το θρυλικό “Space Ritual”, επτά χρόνια, που έμοιαζαν με αιώνες, πρωτύτερα. 


«Ήταν ο πρώτος που μας είπε είστε ένα μάτσο μπάσταρδοι, πρέπει να δουλέψετε σκληρότερα. Μιλούσε με έναν τόνο ήσυχο κι ευγενικό, αλλά αυτά που έλεγε ήταν ξερά και επιβλητικά. Μάλιστα", έλεγε άχρωμα μετά από μια εκτέλεση που γράφαμε στο στούντιο. "Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε;”».
Το περιεχόμενο του δίσκου δεν ήταν τίποτε λιγώτερο από μια ηχητική επίθεση που εκτυλίσσεται σε 36 και κάτι λεπτά, αποτελείται από 12 ράβδους δυναμίτη με κοντό έως ανύπαρκτο φυτίλι και στίχους φτιαγμένους από τη μαγιά της μεθυσμένης, ντοπαρισμένης, θυμωμένης και σεξουαλικά ελευθεροσκοπευτικής lowlife των περιοδειών του τρομερού τρίο. Ακούγοντας το άλμπουμ έρχονται καταιγιστικές οι εικόνες και οι αναθυμιάσεις από το ξύπνα - πιες – παίξε - πήδα – πέσε αναίσθητος – ξεκίνα απ’ την αρχή modus vivendi της μπάντας που «αν μετακόμιζε στο γειτονικό σας σπίτι, το γρασίδι του κήπου σας θα μαραινόταν». Είναι όλα εκεί: Το βαρβαρικό ερωτικό κάλεσμα του “Love You Like A Reptile” (“...shock you like an electric eel”). Το μανιώδες ριφ του Fast Eddie στο “Shoot You In The Back”, σαν να βλέπεις τον «Άνθρωπο Χωρίς Όνομα» να ιππεύει ίσια καταπάνω σε συμμορία μεξικάνων παρανόμων (“the rider wearing black, is gonna shoot you in the back”). Το γρονθοκόπημα του μπάσου στην εισαγωγή του αναρχομανιφέστου επιβίωσης  “Live To Win”. Ο στρογγυλός, χορταστικά φλύαρος τόνος στις ρέουσες φράσεις του Fast Eddie να συνοδεύει τις ιστορίες ευκαιριακού σεξ των “Fast And Loose” και “Jailbait”. Το ρομαντικά αρπακτικό stomp του “The Chase Is Better Than The Catch” (“… you know I ain’ t just screwing”).



Οι εκτροχιασμένες φαντασιώσεις των “The Hammer”, “Fire, Fire”, “Dance”, “Bite The Bullet”, το ημερολόγιο ιερής δυσωδίας των ανθρώπων που βοηθούν να τσουλήσουν οι ρόδες κάθε περιοδείας ("We Are The Road Crew”). Μια οπτικοακουστική απόσταξη Hells Angels και κινηματογραφικού vigilante της άγριας δύσης, που διασώθηκε στους αιώνες των αιώνων συμπυκνούμενη στο τετράστιχο του ομώνυμου track - οδοστρωτήρα, “Ace Of Spades” (UK#15 τον Οκτώβριο του ’80): You know Im born to lose, and gambling is for fools, ‘cause thats the way I like it baby, I dont wanna live forever”. 

Η περιοδεία συνεχίστηκε ακάθεκτη. Στις 20 Δεκεμβρίου ο Philthy Animal Taylor βρέθηκε με ένα σπασμένο κόκκαλο στο σβέρκο, αφού μέτρησε κάτι σκάλες, μετά από έναν γερό, μεθυσμένο καυγά. Όμως επιβίωσε. Φόρεσε κολλάρο, το πέταξε πρόωρα και συνέχισε την περιοδεία κανονικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει τίποτε τη λαίλαπα των απανταχού μουσικά ανεπιθύμητων, που φούσκωνε σαν κύμα πάνω απ’ τη  Βρετανία. Μεταξύ Ιανουαρίου του ’80 και καλοκαιριού του ’81 οι Motörhead από απεχθείς, αποδιοπομπαίοι, άμουσοι χαπάκηδες θα στέφονταν αχαμνοί πρίγκηπες των βρετανικών τσαρτς. Ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου του '81 ηχογράφησαν μαζί με τις Girlschool μια βρώμικη, βίαια διασκευή της επιτυχίας του Johnny Kidd & The Pirates από το 1959, του Please Don’t Touch, φθάνοντας, σαν από εκδίκηση, στο Νο 5 των singles.
Στα τέλη Μαρτίου του ’81 οι εμφανίσεις τους σε Leeds και Newcastle θα απαθανατιστούν σε πομπίνα, για να αποτελέσουν ένα από τα πλέον θορυβώδη live album όλων των εποχών, του “No Sleep ‘Til Hammersmith. Όπως το είπε, περιεκτικά ως συνήθως, ο άνθρωπος που είχε για φωνή έναν μεταλλαγμένο blues βόρβορο:  Those were good times; we were winning, we were younger, and we believed it".
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου