Yes: Η "επιτυχία" μιας... αποτυχημένης ένωσης
Wednesday

19Jan

Yes: Η "επιτυχία" μιας... αποτυχημένης ένωσης

Δημοσιεύθηκε από:

19/01/2022

Κατηγορία: Rock this Time

960
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του '80, και η θρυλική μπάντα των Yes αντί να απολαμβάνει την επιτυχία των προηγούμενων δύο δίσκων της έχει χωρισθεί σε δύο στρατόπεδα.
Συγκεκριμένα οι "επίσημοι" YES το 1987 είχαν κυκλοφορήσει το πλατινένιο "Big Generator" όπου εμπορικά πήγε ικανοποιητικά χωρίς βέβαια να έχει πιάσει τα νούμερα πωλήσεων του κλασικού τους πλέον "90125" (τρις πλατινένιο στις ΗΠΑ). 
Η mainstream κατεύθυνση των Yes και η απομάκρυνση της από τον prog ήχο με τους δίσκους "90125" και "Big Generator"είχε φέρει σε απογοήτευση και δυσαρέσκεια ορισμένα μέλη του συγκροτήματος με κύριο εκφραστή τον τραγουδιστή Jon Anderson.
Η φωνή των Yes βλέποντας το αδιέξοδο καθώς ο κιθαρίστας Trevor Rabin είχε τον πρώτο λόγο στις συνθέσεις οδηγεί τον Jon Anderson να αποχωρήσει από την θρυλική μπάντα και να συνεργαστεί το 1988 με τρία πρώην και ιστορικά μέλη των Yes:
τον ντράμερ Bill Bruford, τον κιμπορντίστα Rick Wakeman και τον κιθαρίστα Steve Howe. 
Mε την προσθήκη στο μπάσο του Τony Levin (King Crimson) ιδρύoυν ένα νέο σχήμα που βαπτίσθηκε  Anderson Bruford Wakeman Howe ή εν συντομία ABWH
Ο Anderson δεν μπορούσε να κατοχυρώσει νομικά τον τίτλο Yes, αφού τον είχε προλάβει ο Chris Squire μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Οι μηνύσεις μεταξύ τους έπεφταν βροχή και αυτό λειτουργούσε περισσότερο  σαν μέσο πίεσης για τον συμβιβασμό που θα ερχόταν κάποια στιγμή όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τι περιπτώσεις.
Τελικά ο Anderson βλέποντας ότι το πράμα κωλυσιεργεί αποφασίζει να ενεργοποιήσει τους ABWH και το 1989  κυκλοφορούν το ομότιτλο δίσκο τους με τον ήχος τους να θυμίζει σε αρκετά τραγούδια τους παλιούς Yes ενώ το εξώφυλλο φέρει την υπογραφή του περίφημου Roger Dean, ο οποίος έχει συνδυάσει το όνομα του με το ιστορικό σχήμα.
Οι οπαδοί της θρυλικής art-rock μπάντας ξαφνιάζονται και ταυτόχρονα διχάζονται μιας και υπερασπίζονται με μένος για το ποιος υπηρετεί με συνέπεια τον ιστορικό ήχο των Yes. Έτσι ξαφνικά προκύπτει  μία μπάντα κλώνος των Υes οι ΑΒWH. 
Μάλιστα επειδή υπήρξε και σχετική επιτυχία ακολούθησε και παγκόσμια περιοδεία με την ονομασία "Evening of Yes Music Plus" το 1989-1990.
Προσωπικά ακόμη θυμάμαι τον τσακωμό δύο φίλων μου και φανατικών οπαδών της μπάντας εκείνη την περίοδο σε ένα rock cafe στους Αγίους Αναργύρους για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Μάλιστα εκείνη την εποχή είχε ανακοινωθεί πως θα έρθουν οι Yes για συναυλίες στην χώρας μας αλλά ακυρώθηκαν λόγω χαμηλής προπώλησης. Αναφέρω σημειολογικά αυτό το περιστατικό για να σκεφτoύν αρκετοί από εμάς πόσο παθιασμένοι είμαστε τον περασμένο αιώνα με την ροκ μουσική σε όλα τα επίπεδα.
Και ενώ οι οπαδοί έχουν διχαστεί όπως είπαμε με αυτή την εξέλιξη παράλληλα οι εναπομείναντες Yes αναζητούν νέο τραγουδιστή και οι ακροάσεις συμπεριλαμβάνουν τα ονόματα των Roger Hodgson από τους Supertramp και Billy Sherwood από τους World Trade.
 

Το 1990, οι ABWH βλέποντας ότι είχαν εμπορική ανταπόκριση από τον ντεμπούτο τους άλμπουμ ξεκίνησαν να δουλεύουν σε ένα δεύτερο άλμπουμ στο Studio Miraval στο Correns, Γαλλία με παραγωγό τον Jonathan Elias. Όταν πήγαν όμως τα demo στην Arista,  η δισκογραφική εταιρία τους υποστήριξε ότι κανένα τραγούδι από το νέο τους υλικό δεν ήταν κατάλληλο για να ακουσθεί σε ραδιοφωνική εκπομπή οπότε δεν υπήρχε η πρόθεση για κυκλοφορία. 
Κατανοώντας ο Jon Anderson ότι η Arista θέλει επειγόντως ένα εμπορικό τραγούδι για να κυκλοφορήσει το δεύτερο άλμπουμ των ABWH, "ρίχνει τα μούτρα του" ξεχνώντας μηνύσεις και μπινελίκια και ταξιδεύει στο Λος Άντζελες για να επισκεφτεί τον Trevor Rabin  ζητώντας από τον άνθρωπο που τα είχαν "σπάσει" πριν λίγα χρόνια να του δώσει ένα από τα τραγούδια που έγραφε για τους Yes για λογαριασμό των ABWH.
«Αυτό που μου ζήτησαν ήταν ότι χρειάζονταν ένα σινγκλ», θυμάται ο Rabin ο οποίος ήταν κυρίως υπεύθυνος για τις επιτυχίες των Yes την δεκαετία του '80.
Ο Rabin παρουσίασε στον Anderson ένα demo τρία με τραγούδια του, συμπεριλαμβανομένου του "Lift Me Up", αλλά ζήτησε από τους ABWH να ηχογραφήσουν μόνο το ένα. Ο Jon Anderson έδειχνε απεγνωσμένος και ήθελε να ηχογραφήσει και τα τρία, γεγονός που πυροδότησε μια νέα συζήτηση μεταξύ των μάνατζερ των Yes και των ABWH για να «ενώσουν τις δυνάμεις» ώστε να φτιάξουν ένα άλμπουμ όλοι μαζί και το οποίο θα βοηθούσε τις καριέρες όλων.
Μπροστά σε αυτό το γεγονός η δισκογραφική εταιρία Αrista Records βάζει πλώρη το μεγαλεπήβολο σχέδιο για να ενώσει τα πρώην με τα νυν μέλη των Yes προσπαθώντας αφενός να βάλει οριστικό τέλος στην διχόνοια που κυριαρχούσε στις τάξεις του ιστορικού γκρουπ και αφετέρου να μπορέσει να παντρέψει όλους αυτούς τους αλαζόνες αλλά εξαιρετικούς μουσικούς υπό την ομπρέλα των Yes ώστε να κυκλοφορήσουν ένα ακόμη άλμπουμ με τα ανάλογα κέρδη.
Οι διαπραγματεύσεις προχωρούν καθώς οι συμφωνίες και τα συμβόλαια κλείνουν ανάμεσα στους 8 μουσικούς και οι διαφορές έστω και προσωρινά περιορίζονται μιας και η δύναμη των χρημάτων σβήνει και τις πιο μεγάλες κόντρες.
Φυσικά μετέπειτα αποκαλύφθηκαν ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν πολυήθελαν αυτή την "ένωση" αλλά αυτό θα το δούμε παρακάτω.
Αρχικά ο Trevor Rabin σκέφτηκε ότι η ιδέα ήταν: "χρήσιμη και βολική για όλους, γιατί θέλαμε να βγούμε για συναυλίες και ήταν ένας γρήγορος τρόπος".
Ο θρυλικός μπασίστας και συνθέτης Chris Squire με πικρόχολη διάθεση ανέφερε ότι αυτή η επανένωση και η συμμετοχή του στους Yes με υλικό από συνθέσεις των ABWH ήταν σαν "δουλειά διάσωσης" ενώ οι Howe και Bruford αντιστάθηκαν όσο άντεχαν, χωρίς να βλέπουν την ανάγκη να "γίνουν" οι Yes για άλλη μια φορά καθώς πίστευαν ότι αυτός ο κύκλος έχει ολοκληρωθεί.
Ο ντράμερ Bill Bruford που συμμετείχε στα πρώτα πέντε κλασσικά άλμπουμ των Yes ισχυριζόταν ότι: "Οι ABWH ήταν μια σπουδαία ομάδα στο στάδιο της δημιουργίας. Ωστόσο, από τη στιγμή που ενεπλάκησαν μάνατζερ και διευθυντές τότε αυτή η ιδέα διαλύθηκε γρήγορα".
Μετά από μια περίοδο διαπραγματεύσεων, η Atco συμφώνησε να αποδεσμεύσει τους Yes από την ετικέτα της, επιτρέποντας σε όλους να υπογράψουν συμφωνία τεσσάρων άλμπουμ με την Arista. Αυτό έδωσε το πράσινο φως για ένα άλμπουμ που συνδύαζε κομμάτια ηχογραφημένα και από τα δύο γκρουπ. ενώ ως μέρος της συμφωνίας, η Atco διατήρησε τα δικαιώματα από τον  κατάλογο των προηγούμενων άλμπουμ του συγκροτήματος.
Χαρακτηριστική είναι άλλωστε η δήλωση του Squire ότι για αυτή την δύσκολη συμφωνία δημιουργήθηκε ένα "τεράστιο συμβόλαιο 90 σελίδων" για να διευθετηθούν τα διάφορα νομικά ζητήματα μεταξύ των δύο συγκροτημάτων, των δισκογραφικών και των χορηγών.
Έτσι λοιπόν με τις ευλογίες της Arista τα πρώην και τα νύν μέλη των Yes είναι ξανά όλοι μαζί αποτελούμενοι πλέον από τους: Jon Anderson (φωνή), Steve Howe (κιθάρα), Τrevor Rabin (κιθάρα), Chris Squire (μπάσο), Tony Kaye (πλήκτρα συνθεσάιζερ), Rick Wakeman (πλήκτρα συνθεσάιζερ), Bill Bruford (τύμπανα) και Alan White (τύμπανα) και οι οποίοι μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το περίφημο άλμπουμ με τίτλο "Union" το οποίο αρχικά είχε άλλο όνομα που έφερε τον τίτλο "Dialogue".
 
                                      Ηχογραφήσεις και προβλήματα
Όμως με το που αρχίζουν οι ηχογραφήσεις αρχίζει και επικρατεί το απόλυτο αλαλούμ. Αρχικά "πλακώνονται" μεταξύ τους ο Jon Anderson με τον Steve Howe απαιτώντας από την παραγωγή να μην βρίσκεται ο ένας από τους δύο στο στούντιο όταν ηχογραφούν.
Το φίδι από την τρύπα είχε αναλάβει να βγάλει ο παραγωγός Jonathan Elias, ο οποίος ήταν "κολλητός "του Anderson αλλά στην πορεία αποκαλύφθηκε ότι ο Elias, είχε ως πλάνο η μπάντα να μην ακούγεται κουραστική και να μην επαναλαμβάνει τους περφεξιονισμούς συνθέσεων που θυμίζουν τα '70s αλλά να στοχεύσει ώστε ο δίσκος να θυμίζει το πολυπλατινένιο "90125".
Ο Jonathan Elias, πίστευε ότι οι Yes έπρεπε να ακούγονται πιο σύγχρονοι και το τεχνικό τους πλεονέκτημα να το χρησιμοποιήσουν σε ολιγόλεπτα τραγούδια όπως έκανα στα '80ς κάτι το οποίο έβρισκε σφόδρα αντίθετο τον Jon Anderson ο οποίος είχε αποκηρύξει το "90125".
Η κατάσταση ξεφεύγει ακόμη περισσότερο όταν ο Elias προσπάθησε να τονώσει τη δημιουργικότητα της μπάντας με λάθος τρόπο αφού επεμβαίνει στις περισσότερες συνθέσεις και ράβει και ξηλώνει τα μουσικά μέρη των μελών της μπάντας με άκομψο τρόπο ενώ αποκορύφωμα της όλης κατάστασης ήταν όταν έφερε μία μέρα στο στούντιο ένα όργανο Hammond για να παίξει ο Wakeman, αλλά ο Rick αρνήθηκε καθώς πίστευε ότι το συγκεκριμένο όργανο ήταν ξεπερασμένο.
Η απουσία των Steve Howe και Rick Wakeman από τις ηχογραφήσεις ήταν μεγάλες δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την δυσαρέσκεια τους για όσα συνέβαιναν μιας και φρόντιζαν εκείνο το διάστημα περισσότερο τις σόλο δουλειές τους ενώ  τα παιξίματα τους δεν ικανοποιούσαν τόσο τον Elias όσο και τον Anderson με αποτέλεσμα να επαναηχογραφηθούν ή να συμπληρωθούν πολλά από τα τραγούδια του "Union" από μία πλειάδα session μουσικών.
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στον δίσκο παίζουν ακόμη 10 κιμπορντίστες (!!!) ενώ πολλά από τα μέρη της κιθάρας αρχικά παίζει ο Scott van Zen, αλλά τελικά τα εν λόγω μέρη αντικαταστάθηκαν από τον Jimmy Haun.
Ο αριθμός των ανθρώπων που δούλεψαν στο άλμπουμ είναι πολύ ασυνήθιστος. Υπάρχουν επτά διαφορετικοί παραγωγοί, περίπου δεκαεπτά μηχανικοί ηχογράφησης και μίξης, έξι τραγουδιστές για πρόσθετα φωνητικά, καμιά δεκαριά προγραμματιστές συνθεσάιζερ και τουλάχιστον τέσσερις επιπλέον μουσικοί που πρόσθεσαν επίσης τα δικά τους μέρη. Αυτό είναι το μόνο άλμπουμ στη δισκογραφία των Yes στο οποίο συμμετείχαν τόσο πολλά άτομα που δεν ήταν στο επιτελείο τους ή μέρος μιας κανονικής, πολύ μικρότερης ομάδας παραγωγής.
Πάντως η δήλωση που έμεινε στην ιστορία για τις ηχογραφήσεις του "Union" ανήκει στον Rick Wakeman που προτιμά να το αποκαλεί "Onion", γιατί τον κάνει να κλαίειΤονίζοντας ότι: 
"Πιστεύω ότι είναι λίγο σκληρό, αλλά η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι πραγματικά δύο μικρότερα άλμπουμ από διαφορετικές μπάντες. Μάλλον αδέξια συγχωνευμένα για να σχηματίσουν ένα σύνολο".
 
 
                                        Τα τραγούδια του Union
Ο δίσκος ξεκινά με το θαυμάσιο"I Would Have Waited Forever" που καταφέρνει να συνδυάζει τo prog-rock με τις aor μελωδίες
και τον Elias να πιστεύει  ότι το εν λόγω κομμάτι "αντιπροσωπεύει με το καλύτερο τρόπο το μεταγενέστερο στυλ των Yes". Σχεδόν το ίδιο κομμάτι το συναντάμε και στο "Sensitive Chaos", που βρίσκεται στο σόλο άλμπουμ του Steve Howe με τίτλο "Turbulence" (1991).
Ακολουθεί το εξαιρετικό "Shock to the System" σε πιο ροκ ύφος με ένα ονειρικό μελωδικό ρεφρέν στο ίδιο απολαυστικό ύφος που είχαν τα εμπορικά τους άλμπουμ.
Το "Masquerade" καταδεικνύει τη δεξιοτεχνία της ακουστικής κιθάρας του Steve Howe που σχεδόν ειρωνικά αποφάσισε να μην το στείλει επειδή πίστευε ότι δεν ήταν τόσο δυνατό όσο τα άλλα. Το "Masquerade" ήταν ένα σόλο κομμάτι που είχε ηχογραφήσει ο Howe πριν από λίγο καιρό, το οποίο συμπεριλήφθηκε την τελευταία στιγμή όταν η δισκογραφική εταιρεία του ζήτησε ένα σόλο κομμάτι κιθάρας από αυτόν. Για την ιστορία το "Masquerade" κέρδισε το άλμπουμ μια υποψηφιότητα για Grammy για την Καλύτερη Ροκ Ενόργανη Ερμηνεία.
Το "Lift Me Up" γράφτηκε από τους Rabin και Squire και το τραγούδι κινείται στο ύφος των κομματιών του "90125" και "Big Generator" με το δίδυμο φωνητικών Rabin και Anderson να το απογειώνει.
Οι δυο τους, χρησιμοποίησαν ένα λεξικό για να αναζητήσουν κατάλληλες λέξεις με ομοιοκαταληξία για τους στίχους του τραγουδιού, και έτσι βρήκαν τη λέξη "imperial" στο ρεφρέν του. Σύμφωνα με τον Rabin, το τραγούδι αφορά έναν άστεγο που μπαίνει σε ένα εστιατόριο μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσει το μπάνιο, με τους ανθρώπους να του λένε ότι πρέπει να φύγει. Τότε ο άστεγος κοιτάει προς τον ουρανό απευθυνόμενος στον Θεό με την παράκληση να τον βοηθήσει.
Το "Without Hope (You Cannot Start the Day)" είναι σύνθεση κυρίως του Elias και του Anderson ο οποίος όταν το ηχογράφησε έστειλε ένα βασικό περίγραμμα του κομματιού σε κασέτα στον Wakeman για να προσθέσει μερικά όμορφα πλήκτρα. Αλλά ο Wakeman πιθανόν για τους "εκνευρίσει" τους έστειλε σύμφωνα με του λεγόμενα των δημιουργών του κομματιού «κάτι σαν κονσέρτο για πιάνο Ραχμάνινοφ», και ως εκ τούτου ηχογράφησαν ένα νέο μέρος για πιάνο. Το κομμάτι περιέχει λιγάκι από την ατμόσφαιρα από τις παλιές μέρες των Yes χάριν των πολύπλευρων φωνητικών του Anderson.
Ο Rabin έγραψε το "Saving My Heart" και είχε σχεδιάσει να το αναπτύξει στις πρόβες που έκανε με τον Roger Hodgson (Supertramp) που φλέρταρε εκείνη την περίοδο για βασικός τραγουδιστής στους Yes μετά την φυγή του Anderson. Το τραγούδι παρουσιάζει μια ξεχωριστή ρέγκε επιρροή με σαφείς ποπ αναφορές ενώ Rabin ήταν δυσαρεστημένος με την τελική μίξη του τραγουδιού, καθώς δεν εξελίχθηκε όπως θα ήθελε.
Το "Miracle of Life" είναι ένα κομμάτι που ο Rabin το περιγράφει ως τραγούδι διαμαρτυρίας. Η έμπνευση για τους στίχους του προήλθε από την παρακολούθηση ενός ρεπορτάζ για τη σφαγή δελφινιών στη Δανία. Την σύνθεση συνυπογράφει ο πολύπειρος τηλεοπτικός και κινηματογραφικός παραγωγός Mark Mancina (Speed, Bad Boys, Twister, Tarzan, Training Day, Brother Bear, Criminal Minds). Το κομμάτι έχει εμπορική χροιά που τονίζεται έντονα μέσα από το παίξιμο του Τ. Kaye με το Hammond B-3 του Kaye κατά την εισαγωγή του κομματιού ενώ παρεμπιπτόντως ο Howe θεώρησε ότι το κομμάτι ήταν "πολύ καλό".
 

Το "Silent Talking" είναι ένα τραγούδι που έγραψε ο Howe επηρεασμένος από τα καλύτερα κιθαριστικά σόλα που είχε στα προσωπικά του άλμπουμ του ενώ το τραγούδι περιλαμβάνει ένα riff που είχε χρησιμοποιήσει ο Howe στο δίσκο του "Turbulence" (1991). Τα φωνητικά του Anderson αργούν να μπουν άλλα όταν αυτό συμβαίνει η σύνθεση γίνεται ακόμη ενδιαφέρουσα.
Το "The More We Live – Let Go" είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψαν μαζί ο Squire και ο Billy Sherwood και είναι δομημένο πάνω σε μία καθηλωτική prog ατμόσφαιρα ενώ είναι σίγουρα ένα από τα κρυφά διαμάντια του άλμπουμ. Ο παραγωγός του κομματιού Eddy Offord ήθελε ο Squire να ηχογραφήσει ξανά τα μπάσα που είχε παίξει ο Sherwood στο demo, αλλά ο Squire θεώρησε ότι το παίξιμο του Sherwood ταίριαζε τέλεια στο τραγούδι και επέμενε να διατηρηθεί. Για τον Sherwood, η διαδικασία γραφής και ηχογράφησης ήταν τόσο επιτυχημένη, που αυτός και ο Squire συμφώνησαν να συνεχίσουν να γράφουν μαζί από τότε.
Το "Angkor Wat" που πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο ναό της Καμπότζης, γράφτηκε από τους Elias, Anderson και Wakeman. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας ημέρας ηχογράφησης του Wakeman, ο Elias ζήτησε από τον Wakeman να ηχογραφήσει μερικούς ατμοσφαιρικούς ήχους στα πλήκτρα που στη συνέχεια ενορχηστρώθηκαν και διαμορφώθηκαν πάνω στο κομμάτι χωρίς να ακούσει το τελικό αποτέλεσμα! Στο τέλος του τραγουδιού, ένα ποίημα απαγγέλλεται από την Pauline Cheng στα Καμποτζιανά.
Το "Dangerous (Look in the Light of What You're Searching For)" είναι ίσως από τα χειρότερα κομμάτια της μπάντας σε τέτοιο σημείο που να θυμίζει μεθυσμένο Michael Jackson! 
Το "Holding On" συνδυάζει τις εμπορικές στιγμές των Yes (που υποτίθεται ότι απαξίωνε ο Anderson) με τις μελωδικές τους εμπνεύσεις από τα '70s και με το ρεφρέν να κερδίζει τις εντυπώσεις.
Το ορχηστρικό "Evensong" ανήκει συνθετικά στους Bruford και Levin που το έπαιζαν κάθε βράδυ στην περιοδεία ABWH των (1989-1990). Ο τίτλος του τραγουδιού ανήκει στον Bruford που πήρε το όνομά του από μια βραδινή προσευχή που τελούνταν σε αγγλικές εκκλησίες και ήταν ουσιαστικά ένας πρόλογος για τον επίλογο του άλμπουμ το ήρεμο και μελαγχολικό "Take the Water to the Mountain". 
Στην γιαπωνέζικη και ευρωπαϊκή έκδοση του άλμπουμ συμπεριλαμβάνεται και το διασκεδαστικό "Give & Take". 
Με την ολοκλήρωση και κυκλοφορία του "Union" ορισμένοι από τα μέλη του γκρουπ άρχισαν τις γκρίνιες και τα παράπονα ενώ οι κριτικοί έθαψαν και θάβουν ακόμη και σήμερα το άλμπουμ.
Ο Wakeman δήλωσε ότι ήταν δυσαρεστημένος με την παραγωγή, σχολιάζοντας ότι οι περισσότερες από τις συνεισφορές του ήταν τόσο αλλοιωμένες στο τελικό αποτέλεσμα που δεν μπορούσε να τις αναγνωρίσει, προσθέτοντας ότι ονόμασε το άλμπουμ "Onion" γιατί «με έκανε να κλαίω κάθε φορά που το άκουγα».
Ο Rabin θεώρησε ότι δεν είχε συνδετικό νήμα ενώ ανέφερε το 2016 σε μία συνέντευξή του: 
"Δεν μισώ το "Union" τόσο πολύ όσο τον Rick, αλλά ήταν ένας περίεργος δίσκος. Υποκινήθηκε από τον Clive Davis (τότε αφεντικό της Arista) και έγινε σε μεγάλο βαθμό σε απομόνωση από τους μουσικούς σε συνεργασία με τον Jon, οπότε ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Εμένα, το "Union" είναι περισσότερο ένα αποτυχημένο έργο παρά ένα πραγματικό άλμπουμ".
Την σκυτάλη των επικρίσεων πήρε ο ντράμερ Β. Βruford: 
«Δεν ήταν μόνο ο πιο ανέντιμος τίτλος που είχα ποτέ το προνόμιο να παίξω ντραμς, αλλά και το χειρότερο άλμπουμ που έχω ηχογραφήσει ποτέ».


 
                                   Επιτυχίες στα τσαρτ και περιοδεία
Το "Union" κυκλοφόρησε στις 30 Απριλίου 1991 και μπορεί οι κριτικοί να το έθαψαν, οι οπαδοί όμως αντέδρασαν εντελώς διαφορετικά. Το άλμπουμ σημείωσε αξιοπρόσεκτη επιτυχία στα charts, φτάνοντας  νο 7 στο UK Albums Chart τον Μάιο του 1991 ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, έφτασε μέχρι στο νο 15. Οι πωλήσεις πήγαν ικανοποιητικά αφού ο δίσκος έγινε χρυσός και ξεπέρασε στις ΗΠΑ τις 500 χιλιάδες αντίτυπα.
Το 1992, το ορχηστρικό "Masquerade" έλαβε υποψηφιότητα για βραβείο Grammy για την "Καλύτερη Ροκ Ενόργανη απόδοση" με τον Howe να περιγράφει την υποψηφιότητα για το κομμάτι του ως «καθαρή δικαιοσύνη», μετά τις δυσκολίες στη δημιουργία του άλμπουμ.
Οι Yes κυκλοφόρησαν τρία σινγκλ από το "Union". Το "Lift Me Up" ήταν το βασικό σινγκλ, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1991. Έγινε ένα από τα πιο επιτυχημένα κομμάτια του συγκροτήματος, περνώντας έξι εβδομάδες στο νούμερο ένα από την τρίτη του εβδομάδα στο Billboard Album Rock Tracks chart, αργότερα γνωστό ως chart Mainstream Rock Tracks. Ήταν το νούμερο ένα από την εβδομάδα από 4 Μαΐου έως 8 Ιουνίου 1991. Έφτασε στο νο 86 στο Billboard Hot 100 single chart. Το δεύτερο σινγκλ, "Saving My Heart", που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1991, έφτασε στο νούμερο εννέα στο τσαρτ άλμπουμ Rock Tracks ένα μήνα αργότερα ενώ το "I Would Have Waited Forever" ήταν το τελευταίο σινγκλ που κυκλοφόρησε.
Καθόλου λοιπόν άσχημα για ένα "αποτυχημένο" άλμπουμ...

Η περιοδεία του "Union" κάλυψε τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την Ιαπωνία από τις 9 Απριλίου 1991 έως τις 5 Μαρτίου 1992, και ονοματίσθηκε "Yesshows '91- Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 Ημερομηνίες". Ήταν η πρώτη ροκ περιοδεία που παρήγαγε η Electric Factory Concerts με έδρα τη Φιλαδέλφεια στην ιστορία της, η οποία διοργάνωσε κα διαφήμισε την τουρνέ.  Η συνεργασία τους "έκλεισε" μετά από συζητήσεις μεταξύ του Anderson και του επικεφαλής του EFC Larry Magid, ο οποίος έμαθε ότι ο Anderson είχε απολαύσει τον τρόπο παρουσίασης της συναυλίας ABWH στη Φιλαδέλφεια.
Η περιοδεία περιλάμβανε τα οκτώ μέλη να παίζουν στη σκηνή και μερικές παραστάσεις πραγματοποιήθηκαν με μια κεντρική περιστρεφόμενη σκηνή που το συγκρότημα είχε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά στην περιοδεία του το 1978.
Σε αντίθεση με το άλμπουμ, το μεγαλύτερο μέρος του γκρουπ μιλά θετικά για την τουρνέ που ακολούθησε με τον Wakeman να αποκαλύπτει ότι ήταν το πιο διασκεδαστικό που είχε κάνει σε μια περιοδεία ενώ ο μοναδικός που εκφράσθηκε αρνητικά ήταν ο Bruford, που δήλωσε πως η περιοδεία ήταν "γελοία", συμπληρώνοντας ότι για  μερικούς από εμάς, ήταν πολύ προσοδοφόρα και διασκεδαστική και άλλοι την χρειάζονταν απεγνωσμένα".
Το "Union Live" κυκλοφόρησε επίσημα σε  CD/DVD το 2011 και διαρκεί πάνω από δυόμισι ώρες και εκτός από τις κλασικές επιτυχίες των Yes και τις συνθέσεις του δίσκου περιλαμβάνει και αρκετά σόλα από τους δεξιοτέχνες της μπάντας.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι για το τελικό αποτέλεσμα την ευθύνη έχουν ο αρχηγός και τραγουδιστής του συγκροτήματος Jon Anderson που ήταν ξεκάθαρα ο εγκέφαλος της υπόθεσης "Union" και φυσικά ο παραγωγός  Jonathan Elias. 
Είναι αλήθεια ότι χωρίς τον Anderson και τον Elias, δεν θα υπήρχε άλμπουμ "Union", ούτε και οι δύο ομάδες των Yes θα είχαν ενωθεί για μια περιοδεία. Επίσης αν το υλικό ήταν μέτριο ή κατά άλλους θαυμάσιο, αυτό ας το κρίνουν καλύτερα οι οπαδοί τους.
Πάντως τα λόγια του Wakeman αντικατοπτρίζουν την ατμόσφαιρα των ηχογραφήσεων και την αντίφαση που συνέβη με την τουρνέ.
Έχει τεκμηριωθεί ότι μισούσα το στούντιο άλμπουμ "Union" καθώς το όλο έργο αφαιρέθηκε από τα χέρια μας και καταστράφηκε από αυτούς που είχαν την ευθύνη να το ολοκληρώσουν. Ωστόσο, η "Union Tour" ήταν άλλο θέμα. Ίσως η πιο εκπληκτική και απολαυστική περιοδεία που έχω κάνει ποτέ με το Yes και είμαι τόσο χαρούμενος που ηχογραφήθηκε και γυρίστηκε καθώς ήταν μια απίστευτα ιδιαίτερη στιγμή που δεν μπορεί ποτέ να επαναληφθεί. Είναι για μένα, το πιο σημαντικό γεγονός στην ιστορία της Yes”.
 
 Υ.Γ.1: Το "Love Conques All", είναι σύνθεση των Squire και Sherwood ενώ στα φωνητικά είναι μόνος του ο Rabin και δεν περιλήφθηκε στον δίσκο αλλά στο Yes box set, Yesyears (1991).
 Υ.Γ.2: Στα αξιοσημείωτα του δίσκου είναι οι συμμετοχές στα δεύτερα φωνητικά των Danny Vaughn (Waysted, Tyketto), Tommy Funderburk ( Airplay), Ian Lloyd (Stories) και της κόρης του J. Αnderson, η Deborah Anderson.
Y.Γ.3: Το 2021 κυκλοφόρησε η επετειακή έκδοση του άλμπουμ "Union 30 Live: Super Deluxe Flight Case 30 Year Anniversary Edition" από την Larry Magid Entertainment που περιλαμβάνει 26 cd+4 dvd

Φώτης Μελέτης