Bruce Springsteen: “Tramps like us, baby, we were Born to Run”
Παρασκευή

25Αύγ

Bruce Springsteen: “Tramps like us, baby, we were Born to Run”

Δημοσιεύθηκε από:

25/08/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1812
«Την προηγούμενη Πέμπτη στο Harvard Square Theater, είδα το ροκ ν΄ρολ παρελθόν μου να περνά σαν αστραπή μπροστά απ’ τα μάτια μου. Είδα επίσης κάτι ακόμη: είδα το μέλλον του ροκ ν’ ρολ και το όνομά του είναι Bruce Springsteen».
Η φράση από το κείμενο που παραδόθηκε για δημοσίευση στο τεύχος της 22ης Μαίου του 1974 της τοπικής εφημερίδας της Βοστώνης The Real Journal” είχε προκύψει αμέσως αφ’ ότου ο συντάκτης του, Jon Landau, είχε δει τη συναυλία του Springsteen στο Καίμπριτζ της Μασσαχουσσέτης. Με βάση ότι τα δύο πρώτα άλμπουμ του νεαρού τραγουδοποιού απ’ το New Jersey δεν είχαν σπουδαίες επιδόσεις από πλευράς πωλήσεων, οι γραμμές αυτές περιείχαν μια εκτίμηση εξωπραγματική. Το άρθρο αναδημοσιεύθηκε λίγο αργότερα στο φημισμένο μουσικό έντυπο όπου ο Landau αρθρογραφούσε από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του, το “Rolling Stone”.



Εκείνο το βράδυ στη Μασσαχουσσέτη, ο 25χρονος Springsteen είχε παίξει για πρώτη φορά το “Born To Run, ένα καινούριο κομμάτι απ’ αυτά που προορίζονταν για το τρίτο του άλμπουμ. Ο 27χρονος Landau δεν ήταν ένας απλός γραφιάς. Δε φοβόταν να συναγελαστεί με τους μουσικούς, ούτε και χρησιμοποιούσε τα κείμενά του για να αποσπάσει την εύνοιά τους. Δεν είχε μπει στην περιπέτεια της μουσικής για να πουλήσει «αντικειμενικότητα». Ήταν ένας εραστής της μουσικής και συγχρόνως ένας οραματιστής, με γνώσεις για την ενορχήστρωση, το στυλ, τις τάσεις και την ιστορία του ροκ ν’ ρολ, περισσότερο ίσως απ’ όλα, μελετητής για τα σημαινόμενα των μουσικών και εξωμουσικών αυτών παραγόντων.
Όταν τον γνώρισε ο Springsteen και λίγο αργότερα του ζήτησε να συμμετάσχει στην παραγωγή του καινούριου του άλμπουμ, τα sessions για τη δημιουργία του είχαν βαλτώσει. Στα τέλη Αυγούστου του ’74, ο πιανίστας David Sanctious, κουρασμένος από την επιμονή του Springsteen να αναπαραγάγει στο στούντιο 914 έναν συγκεκριμένο ήχο που είχε κατά νουν, τίναξε τη μπέρτα του, πήρε τις τζαζ επιρροές του και αποχώρησε, μαζί με τον ντράμερ Ernest “Boom” Carter.
Ο Springsteen είχε όχι μόνο να διαλέξει καινούριους μουσικούς για τις δύο θέσεις – κλειδιά της E-Street Band, αλλά και να επανασχεδιάσει συνολικά τη στρατηγική του. Η αίσθηση που είχε προκαλέσει στα μουσικά πράγματα με τα δύο πρώτα του άλμπουμ, ως ελπιδοφόρος τροβαδούρος με πλατειάζουσες συνθέσεις, κάπου ανάμεσα στον Dylan και τον Van Morrison, έφθινε. Με τα δοκιμαστικά για την επιλογή μουσικών να συνεχίζονται, ο Jon Landau έκανε την πρώτη καθοριστική υπόδειξη.
«Δεν έχεις δουλειά σε ένα στούντιο σαν κι αυτό. Αν θέλεις ν’ ακούγεσαι όπως πρέπει, να εγκατασταθείς σ’ ένα στούντιο που πραγματικά να σου αξίζει».



Έτσι, παρά τη δυσαρέσκεια του μέχρι τότε μάνατζερ και παραγωγού Mike Appel, η E-Street Band –ο Bruce, ο “Big Man” Clarence Clemons με το σαξόφωνό του, ο μπασίστας Garry Tallent και ο πιανίστας Danny Federici -εγκαταστάθηκε στο περίφημο Record Plant, έχοντας από το Σεπτέμβριο μαζί τους τα «δύο πρώτα μέλη που μπήκαν στην μπάντα χωρίς να προέρχονται από τη γειτονιά», τον πιaνίστα Roy Bittan και τον ντράμερ Max Weinberg, επιλεγμένους ανάμεσα από δεκάδες ενδιαφερομένους, καθώς και τον Steven Van Zant, όχι ως μέλος ακόμη της μπάντας, αλλά ως ενεργό παρατηρητή και στενό φίλο του Bruce.
Καθώς οι πρόβες με τα καινούρια πρόσωπα εντατικοποιούνταν, η κατεύθυνση είχε αρχίσει να αποσαφηνίζεται. Έπρεπε να μπει τέλος σε αυτοσχεδιασμούς και φλυαρίες.
Ο Landau, έχοντας διακρίνει τη συνθετική ικανότητα του Springsteen, αλλά και τη φλόγα του να δημιουργήσει κάτι πραγματικά μεγάλο, καταλυτικό, όπως τα 45άρια που γοήτευαν από την εφηβεία, τον βοήθησε να επικεντρωθεί στο όραμά του. Μοιράζονταν εξάλλου την ίδια βαθιά εκτίμηση για ορισμένες καταλυτικές και βαθιά αμερικάνικες μουσικές αξίες: τον «ηχητικό τοίχο» του Phil Spector, την ορμή αδρεναλίνης των Beach Boys, τη λιτή στιχουργική των Coasters και των Drifters, τις συγχρονισμένες μελωδίες των γκρουπ της Ανατολικής Ακτής με τα γυναικεία φωνητικά. Αυτοσχεδιασμός; Οι Ronettes και ο Roy Orbison δεν αυτοσχεδίαζαν σ’ ό,τι ηχογραφούσαν.
«Ήθελα να φτιάξω έναν δίσκο σα να ήταν ο τελευταίος στη γη. Ο τελευταίος που θα χρειαζόσουν πραγματικά να ακούσεις. Ένας ένδοξος θόρυβος και μετά ... ίσως το τέλος».
Απ’ τον Link Wray ήρθε αυτή την κελαηδιστή, σχεδόν surf, φράση της κιθάρας στο ομώνυμο κομμάτι -εκείνο που είχε ακούσε το Μάϊο του ’74 ο Landau- για το «στρώσιμό» της οποίας δεν είναι αθώος, βέβαια, κι ο Little Steven. Απ’ τον Roy Orbison ήρθε η απόπειρα του Springsteen να ψηλώσει τη φωνή του, να την αφήσει να χαθεί στον αέρα, ποντάροντας στις μεστές μεσαίες του ώστε ν’ αποφύγει τη σύγκριση με τον υψίφωνο ήρωά του. Από τον Phil Spector, δανείστηκε το μπαράζ του ήχου – 74 κανάλια, κιθάρες, ξανά κιθάρες, πλήκτρα, πιάνο, όργανο, μπάσο, ντραμς και πνευστά στριμώχτηκαν στα 16 tracks της στουντιακής κονσόλας.
Από τον Elvis ήρθε η ενστικτώδης ροκ ν’ ρολ ώθηση, αφού τα τραγούδια έπρεπε να μην αποστασιοποιούνται από την απαρέγκλιτη αποστολή τους : να ταρακουνήσουν και το σώμα μαζί με το μυαλό. Κι απ’ τον αρχιμάστορα της μουσικής εικονογράφησης Ντύλαν, ενώ ο Springsteen έκανε συνειδητή προσπάθεια να απαλλαγεί από τις μακροσκελείς διηγηματικές φόρμες που τον έδεναν μαζί του, ωστόσο παρέμεινε ως κληρονομιά η ανάγκη για την ύπαρξη κεντρικής ιδέας στο στίχο: Δεν γράφεις απλώς για κάτι, γράφεις για κάτι που αφορά τα πάντα.
Και αυτό έγραψε. Μια πυρετώδη λιτανεία μονόπρακτων, όπου απεγνωσμένοι εραστές, περιθωριοποιημένοι αλήτες, προδομένοι φίλοι, ανεπιθύμητοι γιοι, αθεράπευτοι ονειροπόλοι, όλοι αναχωρητές εν τη γενέσει τους, αναζητούν με κάψα τη δική τους ευκαιρία.
Η Mary με το φόρεμά της να κυματίζει στη βεράντα. Η Wendy, έτοιμη να σφίξει τη μέση του ερωτευμένου καβαλάρη. Ο Eddie, παγιδευμένος να βοηθήσει τον αφηγητή να κάνει τη βρωμοδουλειά μεσ’ τη νύχτα, για ν’ «απλώσει το χρήμα στο κρεββάτι, να δει κι η Cherry ότι αυτή τη φορά, δεν ήταν όλα μόνο λόγια». Ο Terry, κάποτε αδελφή ψυχή, που τώρα έφυγε. Ο Ρόϋ Όρμπισον απ’ το ράδιο, να τραγουδά για τις μοναχικές καρδιές. Η νύχτα, που «θ’ ανοίξει διαπλατα» κι αυτές «οι δυό λωρίδες δρόμου» που «θα μας πάνε παντού».
Ο Springsteen σκάβει βαθιά και χωρίς ακριβώς να το συνειδητοποιήσει, εξορύσσει στιγμές, εικόνες και διαθέσεις με οικουμενική απήχηση.
Όπως στο “Backstreets”, με τον γεμάτο πόνο απολογισμό για τις φιλίες που χάθηκαν μέσα σε απεγνωσμένα καλοκαίρια:
«Κάτι φορές, τη νύχτα/ Σα ν’ άκουγες ολόκληρη την πόλη την καταραμένη να κλαίει/ Πες ότι φταίνε τα ψέμματα που μας σκοτώσαν όλους/ Πες ότι φταίει η αλήθεια που μας εξάντλησε/ Ρίχτα σε μένα Τέρρυ, καλά θα κάνεις/ Δε με νοιάζει πια/ Όταν το τέλος ήρθε ήταν μεσάνυχτα/ Και δεν υπήρχε τίποτα να πούμε/ Αλλά τον μίσησα/ Όπως μίσησα και σένα, όταν έφυγες». 


Όπως στο “Thunder Road”: «Στα μάτια των αγοριών που έδιωξες, φαντάσματα/ Στοιχειώνουν το σκονισμένο φλοίσβο/ Τα σκελετωμένα σκαριά από ξοφλημένες Σεβρολέττες/ Ουρλιάζουν τη νύχτα τ’ όνομά σου στους δρόμους…».
Όπως στο “Night”, όπου πάνω απ’ το οποίο κρέμεται η καθημερινή καταδίκη απ’ τις χαμοδουλειές χωρίς αύριο: «Δουλεύεις 9 με 5 και κάπως επιβιώνεις μέχρι τη νύχτα/ Διάολε, όλη μέρα σε τσακίζουνε απ’ έξω σου/ Αλλά απόψε, εσύ θ’ αποδράσεις από τα μέσα».
Η συνειδητή επιλογή του να ξεδιπλώσει και να επιχρωματίσει την μουσική ταπετσαρία μέσα στην οποία μεγάλωσε και η επώδυνα σχολαστική του προσπάθεια να την ντύσει με την αποκλειστικά δική του, βιωμένη, στιχουργική αλήθεια έχει ως αποτέλεσμα ένα μουσικό έργο συμπαγές. Στίχοι και μουσική με γερές ρίζες τόσο στο προσωπικό του χρονικό, όσο και στο συλλογικό αμερικάνικο μνημονικό.
Όχημα για τις μνήμες και τις εικόνες των στίχων, ένα απαράμιλλο μουσικό αμάλγαμα. Ο γίγας Clarence Clemons προσφέρει με κάθε ευκαιρία την R&B αυθεντία του, ο μαιτρ του βαρύτονου σαξόφωνου David Sanborn και τα τρομερά αδέλφια Brecker στα πνευστά φέρνουν τους ήχους της Stax κοντά στο ροκ ν’ ρολ νεύρο και τα εκρηκτικά ακκόρντα των πρώϊμων Who που υπογραμμίζουν εδώ και κει το υλικό. O Roy Bittan και ο Danny Federici με τα ατμοσφαιρικά πρελούδια χτίζουν τα κομμάτια πείθοντας ότι πάντα κάτι σπουδαίο θα ακολουθήσει. Ο συντονισμός των μελών της E-Street Band, λαξευμένος από μερόνυχτα παιξίματος και δεκάδες ώρες σχολαστικής μίξης, αποφέρει ένα διθυραμβκό ηχητικό αποτέλεσμα.
Τίποτε πιο χαρακτηριστικό από το κομμάτι που είχε ακούσει ο Landau – σε πρωτόλεια μορφή- εκείνο το βράδυ στη Μασσαχουσσέτη. Μια εποποιία τεσσάρων και μισού λεπτών για την απόδραση ως έννοια, ως ανάγκη, που σφύζει από ρομαντισμό και ενέργεια.
«Φαντάστηκα τα τραγούδια του δίσκου σαν μια ακολουθία από σκηνές που εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια μιας και μόνης καλοκαιρινής μέρας, από το πρωί ως το βράδυ».



Και πράγματι, κάπως έτσι ακούγεται. Η φυσαρμόνικα του “Thunder Road” κάνει τη γνωριμία του ακροατή με τους βασικούς χαρακτήρες, τον αφηγητή και τη μούσα του, με τα εναλλασσόμενα ονόματα. Ταυτόχρονα, με το κομμάτι να ξεδιπλώνεται, γίνεται και η μύηση στο κεντρικό θέμα, που διαρκώς επανατίθεται μέχρι το τέλος. Πόσο έτοιμος είσαι να σηκωθείς και να φύγεις; Το “Tenth Avenue Freeze Out” με τα ρυθμικά πνευστά και τις εικόνες μιας μπάντας κολλημένης στην κίνηση, διαδραμaτίζεται μεσημέρι. To “Born To Run” στην αρχή της δεύτερης πλευράς, συνδέει ως κεντρική ιδέα όλα όσα προηγήθηκαν και όσα θ΄ακολουθήσουν. Με την τρομπέτα του Michael Brecker μετά το τέλος του “She’s The One” πέφτει το σούρουπο. Από το “Meeting Across The River” και μετά, σαν όλα διαδραματίζονται στη νύχτα.
Και έρχεται ένα επιβλητικό εξόδιο, όπου ο συνθέτης και στιχουργός συγκεράζει όλες τις εικόνες σε μια οπερατική κορύφωση.

«Η συμμορία μαζεύτηκε μεσάνυχτα/ Και διάλεξε συνάντηση γι’ απόψε/ Θα βρεθούνε κάτω από κείνο το σήμα της Exxon το γιγάντιο/ Που δίνει φως στην πόλη, την ωραία/ Τί να σου λέω, ολόκληρη όπερα θά’ χουμε στο Turnpike/ Μπαλέτο μάχης στα στενά/ Μέχρι να σκάσουν μύτη οι μπάτσοι οι τοπικοί, με τα κόκκινα καρούμπαλα, να σκίσουνε την ιερή νύχτα τούτη/ Ο δρόμος θά’ ναι στο πόδι, καθώς χρέη μυστικά θα ξοφλούνται...»
«Κι οι ποιητές εδώ κάτω δε γράφουν τίποτα απολύτως/μόνο κάνουν πίσω και τ’ αφήνουν όλα να συμβούν/ Και με τη σβελτάδα πού’ χει ένα μαχαίρι/ πάνε να αγγίξουν τη δική τους στιγμή/ Και προσπαθούν να σταθούν τίμια στα πόδια τους/ Αλλά καταλήγουν πληγωμένοι, ούτε καν νεκροί/ Απόψε, στη Γη της Ζούγκλας».

Συμμορίες, σουγιάδες, νέον, κορίτσια, κιθάρες, κυνηγητά, τζουκμποξ, χορεύουν και εκρήγνυνται στους βρώμικους, ημιφωτισμένους δρόμους της “Jungleland”, σ’ ένα «βαλς θανατικό, κάπου ανάμεσα σ’ ότι είναι αλήθεια κι ό,τι φαντασίωση». Το δίλεπτο σχεδόν και τρομακτικής συναισθηματικής φόρτισης σόλο απ’ το σαξ του “Big Man” πολλαπλασιάζει τις εικόνες, προεκτείνει την πλοκή, δίνοντας τη λύση του μύθου σ’ όλες τις επιμέρους ιστορίες και τέλος, παραδίδει την κάθαρση στον ίδιο τον Springsteen, που με αρχέγονες κραυγές μελωδεί όσα έχουν ήδη ειπωθεί: ασίγαστη πίστη στην απόδραση.


Ήταν ένας δίσκος δύσκολος και πολυδάπανος. Ο ίδιος ο Bruce επί μήνες είχε έντονες αμφιβολίες για το τελικό αποτέλεσμα και καθυστερούσε την κυκλοφορία του. Αρκετές φορές έφτασε στο σημείο να το εγκαταλείψει, αφού, όπως έλεγε «δεν είχε πετύχει ακριβώς τον ήχο που ήθελε», σα να επρόκειτο για τον τελευταίο δικό του δίσκοςκι έπρεπε να συμπεριλάβει ακριβώς όσα ήθελε να έχει παίξει και να έχει πει. «Άκουγα, ξανάκουγα και στο τέλος μου έμεναν στο μυαλό μόνο τα αδύναμα σημεία». Στο τέλος, βασανισμένος, πείστηκε από την τελευταία λέξη του Jon Landau:
«Η τέχνη έχει τους δικούς της, απροσδόκητους τρόπους να λειτουργεί. Αυτό που κάνει ένα τραγούδι τεράστιο μπορεί μερικές φορές να είναι μια από τις αδυναμίες, τα λάθη του. Το ίδιο που συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Είναι εντάξει, άστο να βγει».

Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 25 Αυγούστου 1975 και τις 11 Οκτωβρίου έφθασε στο Νο 3 των άλμπουμ του Billboard, την ώρα που o Bruce και η E-Street Band ξεκινούσαν την περιοδεία των 40 εμφανίσεων για την προώθησή του. 16 μέρες αργότερα, έγινε ο πρώτος μουσικός που είδε το πρόσωπό του ταυτόχρονα στο εξώφυλλο των δύο κορυφαίων σε πωλήσεις εβδομαδιαίων περιοδικών των Η.Π.Α..“Time” και “Newsweek” είχαν ως πρώτο θέμα την ιστορία του.
Την ιστορία ενός παιδιού απ’ το New Jersey, που με εφόδιό του μια κιθάρα και μια ακατανίκητη ανάγκη να κινήσει για κάπου καλύτερα, περιμάζευε τις τσαλακωμένες ελπίδες μιας Αμερικής που πάσχιζε να συνέλθει από τον διασυρμό του Βιετνάμ, τις ανάδευε στα καυσαέρια των μυθικών Κάντιλακ του ’57 και τις ξέπλενε στο ρομαντισμό που όλοι οι σημαντικοί λαϊκοί καλλιτέχνες της επαγγέλονται, έμμεσα ή και φανερά. Γιατί, «για να προχωρήσεις παραπέρα, πρέπει να βρεις τη δύναμη να σηκώνεις οικειοθελώς το βάρος ενός παρελθόντος με το οποίο ξέρεις ότι ποτέ δε θα συμφιλιωθείς».
Ένας δίσκος φτιαγμένος από έναν 26χρονο που επειδή ήξερε, πρώτα απ’ όλα, να αφουγκράζεται τη μουσική που αγαπούσε, έδωσε όλο το πάθος, την επιμονή και την φροντίδα στο να δημιουργηθεί το ηχητικό ισοδύναμο από όνειρα, προσδοκίες, απογοητεύσεις, ξεσπάσματα, προδομένες αγάπες, απ’ όλα όσα κύλησαν στις φλέβες του μέχρι τότε και τον έκαναν να γράψει το στίχο «Από μια πόλη γεμάτη ηττημένους, την κάνω από ’δω για να νικήσω».
Ένα άλμπουμ με επιδραστικότητα ομότιμη μ’ αυτή του James Dean στο «Επαναστάτης Χωρίς Αιτία», του “West Side Story”, του Μπράντο στον «Ατίθασο», χρονικά ακριβέστερη ίσως η παραβολή των ηρώων του με τον ΝτεΝίρο του Meanstreets - αν και σαφώς η εικόνα του bruce παρέπεμπε ενδυματολογικά στον “Serpico” του Pacino, έναν ποιητή – μαχητή, μποέμ κι ασυμβίβαστο.

Υ.Γ.: “One, two, three, fo’…
The highway's jammed with broken heroes on a last chance power drive
Everybody's out on the run tonight
but there's no place left to hide
Together Wendy we can live with the sadness
I'll love you with all the madness in my soul
Oh-oh, someday girl I don't know when
we're gonna get to that place
Where we really wanna go
and we'll walk in the sun
But till then, tramps like us
baby, we were born to run”

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

.