Rockwave 2018, Judas Priest : H επιστροφή του αρχιερέα, 19.7.2018.
Πέμπτη

12Ιούλ

"Στην αρχή όλοι πίστεψαν πως ήταν ένα παροδικό μουσικό κίνημα. Το πήραν στ' αστεία. Αποκλείστηκε από τα μέσα ενημέρωσης σα να ήταν χολέρα. Πυροβολήθηκε από απόσταση 2 μέτρων. Θάφτηκε από την κυριαρχούσα Εμπορική Χορευτική Μουσική. Κι όμως ζούσε μέσα στον τάφο του...". Γιάννης Κουτουβός, Οκτώβριος 1987.
H μουσική προσήλωση με τα γνωρίσματα θρησκείας προϋπήρχε. Στην Ελλάδα του ’80 ήταν ένα καταγέλαστο ήθος, ένα ανεπιθύμητο περιθώριο. Όμως, καθώς η μια χρονιά διαδεχόταν την άλλη, οι υπό διωγμό πιστοί του πλήθαιναν. Οι κρυφoί ναοί επίσης. Οι αρχιερείς, πάντως, έρχονταν μέσα απόν ξηρό πάγο της προηγούμενης δεκαετίας και είχαν κάτι σαν ονοματεπώνυμο, βεβαρυμένο με αμφισημία αιώνων.
Μια προσφώνηση που για την απόλυτη εξουσία των ρωμαϊκών χρόνων παρέπεμπε σ’ έναν ακόμη απόκληρο, έναν ακόμη ανεπιθύμητο ψευδοπροφήτη, έναν στοχοποιημένο αντιρρησία. Αιώνες αργότερα, δε, για για το πενιχρό λεξιλόγιο των πιστών, η προσφώνηση έγινε με μια κεκαλυμμένη παρήχηση ένα χρηστικό επιφώνημα, υποκατάστατο για το όνομα του ίδιου του Ιησού, προκειμένου να μην χρησιμοποιούν «το όνομα του Κυρίου επί ματαίω»:
Αντί ν΄αναφωνούσαν “
Jesus Christ”, πιο αποδεκτό το JUDAS PRIEST.
Στα πεινασμένα για ταύτιση με κάτι εξέχον, μακριά κι έξω από τον εκμοντερνισμένο χυλό της εξευγενισμένης ράτσας ακροατών που επιχειρούσε να φτιάξει ο εγχώριος περιοδικός μουσικός τύπος, καίρια σημασία έπαιξε μια βινυλικαή κυκλοφορία με επίσημη ημερομηνία ευρωπαϊκής γένεσης την 14η Απριλίου του 1980.
Τότε, οι Judas Priest, οι δευτεροκλασσάτοι κήρυκες του βαρέως ροκ ευαγγελίου από τα αζήτητα του Birmingham, θέλησαν για πρώτη φορά συνειδητά, με το 5o στούντιο άλμπουμ τους, να σφραγίσουν με τη μουσική τους την νέα δεκαετία. Στο εξώφυλλο, τα δάχτυλα πιάνουν άφοβα το τεράστιο ξυράφι. Σπάνια έχει απεικονιστεί με τέτοια δύναμη το περιεχόμενο ενός βινυλίου.
Ο κιθαριστικός ορυμαγδός των Tipton και Downing χτυπάει πράγματι καταπρόσωπο, θέτοντας σε εγρήγορση τις αισθήσεις. Κάθε κομμάτι στέκει αυτόνομα, δρομολογώντας φαντασιώσεις ισχύος και απόδρασης από την πραγματικότητα, πάνω σ' ένα χωρίς προηγούμενο σετ από ύμνους ετοιμοπαράδοτους για μια πεινασμένη για ένταση νέα γενιά: "Metal Gods", "Grinder", "You Don't Have to be Old to be "Wise", "Living After Midnight", "Steeler", "United".
Καταλύτες η ατσάλινη φωνή του
Rob Halford και οι στίχοι που προκαλούν στα σημεία ακριβώς που χρειάζεται ("You don't know what it's like, you don't have a clue, if you think, you'll find yourself doing the same thing too").


Ασφαλώς η επίδραση μεγιστοποιείται στην πρωτότυπη βινυλιακή εκδοχή, που ξεκινάει με το καταιγιστικό "Rapid Fire", με τα πολλαπλά formats που προέκυψαν αργότερα, πού’χουν πρώτο το ακαριαίο, αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο "Breaking The Law", να έρχονται μακράν δεύτερα. Γιατί το "Βρετανικό Ατσάλι" είναι όντως από τις περιπτώσεις δίσκων όπου το τρακλιστ έχει δομική σημασία.
Μιλώντας για εξατομικευμένες επιφοιτήσεις, πριν μπει το καλοκαίρι του ’87 βρίσκεται στα χέρια μου από μια σπάνιας τυχαιότητας καραμπόλα το συλλεκτικό e.p. με τα έξι singles των Priest, παραγωγής UK 1981, μάλιστα σε δισκάκι μικρό, σαν τα παλιά σαρανταπεντάρια. “Exciter (live)”, “Sinner”, “Green Manalishi (live)” στην πρώτη πλευρά, “Hot Rockin’”, “Ripper”, “Hell Bent For Leather” στη δεύτερη. Μετά το πολύ ελαφρύ “Turbo”, τον πρώτο δίσκο τους που πήρα σε πραγματικό χρόνο, αρχίζω πλέον να γίνομαι fan. Με μια αγκαλιά δίσκους δανεικούς, έχω πείσει με τα χίλια ζόρια ένα φίλο (το πιο βαρύ ακουσμα του οποίου Toto και Ε.L.O. – τζάμπα πάει το MK-ΙΙ και ο Roadstar πού’χει στο σαλόνι) να μου γράψει σε 60άρα ΤDK το “British Steel”, γεμίζοντας σχεδόν όλη τη δεύτερη πλευρά με 7 από τα 10 κομμάτια ενός μυστήριου picture disc με τίτλο «Judas Priest - Best Of» (γαλλική έκδοση, με κομμάτια μόνο από τους πρώτους δύο δίσκους). Ακούω την πρώτη πλευρά με το “British Steel” ένα Σάββατο βράδυ στο γουώκμαν, πριν την πέσω για ύπνο.
Tο “Breaking The Law” με βαράει στα μηνίγγια και αναστατωμένος, λες και κάτι πρωτόγνωρο μπήκε στον οργανισμό μου, πατάω τρεις φορές το rewind να το ξανακούσω, ειδικά το σημείο που ο Halford ουρλιάζει “you don’t know what’s liiiiiiiike!” με την κραυγή του να πνίγεται σε γκαζιές, στριγγλίσματα φρένων και σειρήνες που έρχονται και φεύγουν αστραπιαία, σαν μια εικόνα από έργο μέσα στο έργo.

Λίγες μέρες αργότερα, κι αφού έχω φτάσει να περπατάω και να χτυπάω τα σαγόνια μου στο ρυθμό των μεταλλικών ρομπότ του “Metal Gods”, απαιτώ από τον ίδιο φίλο, παρά τις σθεναρές αντιρρήσεις του - να μου γράψει και τo “Defenders Of the Faith”, σε μια δεύτερη 60άρα.


Αναγκάζομαι να δεχτώ να μου αφήσει κενή όση μείνει από τη δεύτερη πλευρά, γιατί «δεν αντέχει να τ’ ακούει αυτά τα πράματα». Αρχές Ιουλίου και με κείνη τη δεύτερη κασσέττα είναι που συντελείται ο αναπόδραστος εθισμός.
Εν μέσω θερινών φροντιστηρίων, μπάνιων με διπλά «τρεις με τρεις» επί της άμμου, Σαββατιάτικων ολονυχτιών στα χαλίκια της παραλίας, κουτιών Amstel με ατέλειωτη κουβέντα επί παντός επιστητού για τα φλέγοντα ζητήματα των 16, το μυαλό οργώνεται από   (
Freewheel Burning”, “Rock Hard, Ride Free”, “Jawbreaker” και ιδίως από το λυσσαλέο έπος “Eat Me Alive” (με τα έξι διαδοχικά σόλο που ακούγονται εναλλάξ από κάθε ηχείο).
Όσοι από κείνη τη γενιά δεν μπορούσαν να βρούνε ταύτιση με χαριτοδιπλωμένες χροιές αλα Smiths γνωρίζουν καλά ότι το να γίνεις στα '80s σε κάποια φάση -ιδίως της εφηβείας- Maidenάς, ήταν περίπου προδιαγεγραμμένο. Το να συνειδητοποιείς όμως ότι είσαι τελειωμένος μεταλλάς ερχόταν με το πόσο ζητούσες, χρειαζόσουν και απολάμβανες χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις τον ήχο των Priest. Τον μονοκόμματο, τον ατόφιο, της αδρεναλίνης, τον χωρίς εισαγωγές, μπαλάντες και λοιπές φιοριτούρες, με φωνητικά που βιδώνονται στο κρανίο και σόλο που προκαλούν ιερή παράκρουση δευτερολέπτων που έχουν την επίδραση ηλιακών εκλείψεων, καθώς απαλείφουν την πραγματικότητα.
 
Τον Αύγουστο του ’87, έρχεται δώρο από αδερφικό φίλο το “Priest Live!” ου μόλις έχει κυκλοφορήσει, ενώ παίρνω σε κασσέττα και το “Screaming For Vengeance”, που μέχρι τότε τό’χω ακούσει μισό, μόνο την πρώτη πλευρά και αδυνατώ να πιστέψω τί κόλαση εμπεριέχει. Από την πρώτη φορά που το άκουσα ολόκληρο δεν έπαψε παραμένει ένα οξυγώνιο θραύσμα χρωμίου που σημάδεψε την εφηβεία μου.


"Electric Eye" -φουτουριστικό έπος πολύ πριν γίνει household name o μεγάλος αδελφός- "Riding On The Wind" -ορμής που κονιορτοποιεί τα πάντα το ανάγνωσμα- "Bloodstone" -τα τομ που σκοτώνουν- "(Take These) Chains" -με ανεξίτηλα hook από R. Halligan jr.- "Fever" -ασθένεια βαρεία- "Devil's Child" -γκρουβ ανίερον- και φυσικά "You've Got Another Thing Comin'" :" "If you think I'll sit around while you chip away my brain - Listen I ain't foolin' and you'd better think again - Out there is a fortune waiting to be heard, if you think i'' let it go, you're mad…”.
Η live εκτέλεση του τελευταίου, αυτή των οχτώ λεπτών απ’ το “Priest Live !!!” σε βάζει στην πρώτη θέση της συναυλίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κάθε εφηβικού σβέρκου.

 Την επόμενη χρονιά, το “Ram It Down” έρχεται ως ηχητική κηροζίνη – “fuel for life” κανονικά- στην τελική ευθεία για τις εξετάσεις, με κομμάτια όπως τα “I’m Α Rocker”, “Heavy Metal”, “Hard As Iron” και το έπος “Blood Red Skies”. Τον Σεπτέμβριο του 1990, σε μια χρονιά όπου hard rock και metal έπαιξαν τα ρέστα τους μετά από μια δεκαετία σκληρής αναρρίχησης προς το mainstream, η νέα κυκλοφορία των Priest δίνει μια απάντηση στο τί μπορούν να πετύχουν τα «παλιά» μέταλ ονόματα όταν εξοπλίζουν τον παραδοσιακό τους ήχο με στεροειδή και ξαμολιούνται για να τα ισοπεδώσουν όλα. Περίπου αυτό έκανε το "Painkiller", που κυκλοφόρησε 3/9/1990 σε παραγωγή - πρότυπο του Chris Tsangarides.
Οι 40άρηδες τότε Priest, αποφασισμένοι να ανταγωνιστούν τις αποthrashυμμένες δευτεράντζες και τους εξ Ευρώπης Χελλοουγουϊνισμούς που λυμαίνονταν μια αγορά που εκείνοι είχαν σχηματοποιήσει 10 χρόνια πριν, ακούγονται πεντακάθαροι, αιχμηροί και στα κόκκινα, με τον 29χρονο Scott Travis πίσω απ' τα τύμπανα να είναι η τουρμπίνα. Παραμένει μια χαρακτηριστική περίπτωση ολοκληρωτικά πετυχημένης ανορθωτικής ήχου και μέταλ ethic, γι' αυτό και περιλαμβάνεται στα καλύτερα μέταλ άλμπουμ όλων των εποχών. Ίσως να είναι όντως το τελευταίο χρονικά απ' αυτά, λέω 'γω.



Ακολούθησε η περιοδεία με τον Alice Cooper και τους Motorhead, ένα ακόμη “Rock In Rio” και μετά η σιγη, εν μέσω των χρόνων του τρισκατάρατου grunge. Tους Priest δεν τους ξεπέρασα oύτε όταν ο Halford βγήκε απ’ τη ντουλάπα, ούτε όταν έμαθα ότι στο “Defenders” όλα τα τύμπανα τά’ χει παίξει drum machine, ούτε όταν το 2001 τους είδα στον ανοιχτό χώρο πίσω απ΄το Ο.Α.Κ.Α. με τον Ripper Owens, ούτε το 2008 με το πολύ μαύρο για να το χαρεί κανείς “Nostradamus”, ούτε το 2011, που ήρθαν στην Πλατεία Νερού, χωρίς τον τεράστιο Κ.Κ., με τον οποίο, χωρία κανείς να μας το πεί, είναι φανερό ότι κάπου δεν τα βρήκαν στα λεφτά. Ειδικά πάντως στην Πλατεία Νερού το 2011, η απόδοσή τους στην περιοδεία “Epitaph” ήταν υψηλού επιπέδου. Ούτε που είχα φανταστεί ότι θα ακούσω live το “Blood Red Skies”, η εκτέλεση του οποίου με διέλυσε στα εξ ων συνετέθην, επιβεβαιώνοντας ότι μετά από παραπάνω από 30 χρόνια πιστής ακρόασης, είναι πλέον πολύ αργά για να ξεπεράσεις τους Priest.
Στη Μαλακάσσα το 2015, την παραμονή του περιβόητου δημοψηφίσματος, για το «ΝΑΙ» ή το «ΟΧΙ», oι Priest ήταν ακόμη μια φορά μια σταθερά σ΄έναν κόσμο που γίνεται μέρα τη μέρα αγνώριστος. Βέβαια, περισσότερο στάθηκαν και απέδωσαν σαν μια αξιοπρεπής οπτική εικόνα αρχείου για κάποιον που δεν τους είχε ξαναδεί, παρά έδωσαν μια αξέχαστη παράσταση. Ο Halford, φανερά  ο άσσος του γκρουπ, ένας 64χρονος υψίφωνος, με image Ρασπούτιν τσακωμένου με Φλωρινιώτη, που φτάνει όσο ψηλά θέλει τις νότες στα κομμάτια, που παίζει με το κοινό και χώνει τις τρεις - τέσσερις πασίγνωστες ατάκες ανάμεσά τους.
Ο Tipton, πάντα δείχνοντας νεώτερος από την ηλικία του - στα 68  τότε - με αναμενόμενα λιγώτερες ασκήσεις headbanging από την προηγούμενη εμφάνισή του στα μέρη μας (2011), σε αντίθεση με τον Ian Hill (63 τότε κι εκείνος), τον λοκαρισμένο στον ίδιο πέρα - δώθε ρυθμό σαν κουρδισμένο, χρόνια τώρα. Το μειράκιον - stuntman ονόματι Ritchie Falkner (μόλις 34) κόπιαρε πιστά τις κινήσεις του μεγάλου απόντα K.K. Downing, ρεφάροντας κάπως την σκηνική παρουσία, αν και δεν ξεγελάστηκε κανείς από τους ηλικιωμένους φανς.
ΔΕΝ είναι ο Κ.Κ.. Το 53χρονο χταπόδι  Scott Travis έδειχνε ένα μικροσεκόντ λιγώτερο συγχρονισμένος, ο ήχος δυνατός, λασπωμένος όμως σε αρκετά σημεία. Τα τρία καινούρια κομμάτια από το "Redeemer Of Souls" ("Dragonaut", "Halls Of Valhalla" και το ομώνυμο) χωρίς να είναι  άσχημα, ακούστηκαν πεζά, προορισμένα στο μαζικό metal που κυριάρχησε μετά το '90.
Τα "Devil's Child", "Jawbreaker", "Victim Of Changes" ήρθαν νωρίς και ζέσταναν το πακτωμένο κοινό της Μαλακάσσας, ενώ με τα "Hell Bent For Leather", "Breaking The Law" και "Hellion" έγινε αντιληπτό τί ήταν οι Priest ακόμη και πριν μερικά χρόνια. Τα encore "You've Got Another Thing Comin'", "Painkiller", "Living After Midnight" δονούν από μόνα τους, αλλά κάτι η διάρκεια της παράστασης, κάτι η διεκπεραιωτικά επαρκής εμφάνιση, κάτι το χωρίς εκπλήξεις σετ-λιστ, ο κόσμος αποχώρησε με τον ενθουσιασμό που γρήγορα ξεθυμαίνει.


Το καινούριο τους άλμπουμ “Firepower” μπήκε πριν μερικούς μήνες στο τοπ-10 του Billboard (US#5) και σχεδόν ταυτόχρονα ανακοινώθηκε ότι ο Glenn Tipton δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει την περιοδεία, καθώς υποφέρει από τη νόσο του Πάρκινσον. Ο ίδιος, σκιά του εαυτού του στα 71, έκανε μια σειρά από συγκινητικές τηλεοπτικές εμφανίσεις και συμμετείχε σε μερικά encore πάνω στη σκηνή, υπό την αναμενόμενη αποθέωση.
“Never The Heroes, we were made to fight”, όπως λέει και ένα από τα καλύτερα κομμάτια τους από το “Firepower”.
Οι Judas Priest είναι και θα παραμείνουν μέρος του μεταλλικού μας dna για πάντα. Στη Μαλακάσσα στις 19.7.2018, ελπίζοντας να δούμε έστω σε ένα encore τον Tipton, θα ζητωκραυγάσουμε με όλη μας τη δύναμη τα κομμάτια που μας μεγάλωσαν, έστω κι αν, πολύ πιθανόν, είναι η τελευταία ίσως φορά που θα τα ακούσουμε live.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 

// Old Time Rock

// Rocktime Songs