Bruce Springsteen: To Ποτάμι (που κυλά ανάμεσά μας)
Τρίτη

20Οκτ

Bruce Springsteen: To Ποτάμι (που κυλά ανάμεσά μας)

Δημοσιεύθηκε από:

20/10/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

939
O Mάρκος βηματίζει πάνω-κάτω στο σαλόνι του, δαγκώνοντας κάτι ξέμπαρκες παρανυχίδες φυτρωμένες στον δεξή του παράμεσο.
Το μαύρο-κόκκινο καρώ πουκάμισο με τα μανίκια ξηλωμένα στους ώμους ν’ ανεμίζει, κόβοντας στο πηγαινέλα του τον καπνό από τα Μάρλμπορα που περιεστρέφεται μακαρίως στον αέρα.  
Το κοντέρ του Οκτώβρη του ’85 πάει να μπει στην τρίτη βδομάδα.  Ο Αντρέας εξαγγέλλει υποτίμηση της δραχμής κατά το γιγαντιαίο ποσοστό του 15%. Θα επιβληθεί, λέει, έκτακτη εισφορά στους ελεύθερους επαγγελματίες και θα ποινικοποιηθεί η φοροδιαφυγή. Τα (ματ και) ΜΕΑ (γιαμιαελλαδανέα) ορμάνε μαύρα μεσάνυχτα στην πλατεία Συντάγματος και σπάνε στο ξύλο τις οικογένειες των ταξιτζήδων που κάνουν καθιστική διαμαρτυρία επί μέρες για τα κόμιστρα. Δύο περίεργες μούρες, ένας γεματούλης δημοσιογράφος της ΕΡΤ κι ένας καθηγητής πανεπιστημίου συλλαμβάνονται ως τρομοκράτες, μετά από κάτι βομβίτσες που προκαλούν υλικές καταστροφές ανά την Αθήνα.
Ο σιτεμές γόης του Χόλλυγουντ Ροκ Χάτσον πεθαίνει από αυτή την καινούρια την επιδημία, για την οποία ακούμε όλο και περισσότερο. Τον ακολουθεί λίγες μέρες μετά ο γενειοφόρος με τη βαθιά φωνή και το βλέμμα που σκοτώνει, ο άνθρωπος που ξέραμε περισσότερο ως φωνή στο “Defender” των Manowar παρά ως πρωταγωνιστή, σκηνοθέτη και δημιουργό του Πολίτη Κέην, ο Όρσον Ουέλς.    
Όλα καλά, όλα ανθηρά, δηλαδή, για Λυκειόπαιδα της δεύτερης τετραετίας της Αλλαγής, που μπαίνει στο πρώτο της φθινόπωρο καβάλα στη μαγκιώρα mantra που εξαπολύει αβέρτα απ’ τα ραδιοκύματα ο επίτιμος πρόεδρος των καραφλοχαιτάδων ροκ σταρ με το όνομα Μαρκ («ΔΕΝ ΤΟ ΛEΝΕ ΤΟ “Κ” ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!») Νόπφλερ:



Get your money for nothing and your chicks for free”.  
«…Θα σας το πω άλλη μια φορά, να το χωνέψετε. Δεν υπάρχει κανένα Μπορν Ιν Δε Γιου Ες Έϊ. Ο δίσκος ο γαμάτος του Μπρους είναι ένας, πάρτε το χαμπάρι. Και είναι Το Ποτάμι, ρεμαλάκες».  
Όπου ρε μαλάκες μια ομήγυρη των τριών. Σάκης –ετών δεκαεφτά, πατομπούκαλα, ελαφρύ τραύλισμα, γιλέκο με κονκάρδα Gary Moore, πρώτη δέσμη-, Μήτσος – ομοίως δεκαεφτά, φαβορίτα “Τζων Λορντ για θάνατο”, αφάνα Μάνγκο Τζέρρυ, τζην από γεννοφάσκια, μποτικά Λούκυ Λουκ, επίσης πρώτη δέσμη και η εν τω βάθει ταραχώδης αταραξία μου, που μόλις έχω ξεκινήσει την Πρώτη Λυκείου μετρώντας δύο ήττες στο πρωτάθλημα της ροκ ζωής, καθώς έχω χάσει συναυλία Dire Straits στο Σ.Ε.Φ. και Rock In Athens στο Καλλιμάρμαρο.  
Αραχτοί στις πολυθρόνες από κυπαρισσί βελούδο του σαλονιού, Σάββατο απόγευμα, μισή ώρα αφ’ ότου έχουνε εκείνοι –οι τρεις μεγάλοι- τελειώσει τα φροντιστήρια, περιμένοντας όλοι μας να ξεμπερδεύει αυτή η πουτάνα η πρόωρη η δύση του ήλιου, να σβήσει στα γρήγορα ό,τι είχε απομείνει από τις ελπίδες μας για ένα βράδυ απρόβλεπτο, διαφορετικό απ’ τις μέρες του σχολείου.
Για κείνους, είναι η τελευταία χρονιά, το καλοκαίρι δίνουνε πανελλήνιες. Για μένα, τα δύσκολα είναι ακόμα σε απόσταση ασφαλείας, δύο Οκτωβρίων τουλάχιστον. Ο οικοδεσπότης ήταν πού’ ριξε την ιδέα «να μαζευτούμε σπίτι μου ν’ ακούσουμε κανα δίσκο». Αφοσιωμένος Μπρουσάς, καθώς του αρέσει λέει, «από τα 13»- έχει πάρει σπίτι του το δικαίωμα ν’ αναφέρεται στον Σπρίνγκστην μόνο με το μικρό, σα νά’ναι κανάς μακρινός ξάδερφος ολωνών μας. Δεν έχασε χρόνο, ν’ αναλάβει κεντρικός αγορητής πάνω στο αγαπημένο του θέμα. Τα ιστορικά ξεκίνησε να τα λέει όπως τα «ΠΡΟΣΕΧΩΣ» του σινεμά, καθώς αφήναμε τσάντες, φτιάχναμε φραπέδες, που μεταφέραμε μέσα στα πλαστικά σεϊκεράκια στο σαλόνι και διαλέγαμε γωνία ν’ ακροβολιστούμε.  
Την Άνοιξη του ’79, μετά το τέλος της περιοδείας για το “Darkness At The Edge Of Town”, ο Bruce με την E Street Band είχαν μπει στα TelegraphHillsStudios -μια παράγκα στο πατρικό σπίτι του αρχηγού στο New Jersey- για ν’ αρχίσουν να γράφουν demo για τον επόμενο δίσκο. Ξελαφρωμένος μετά το τέλος της τρίχρονης δικαστικής διαμάχης με τον πρώην μάνατζέρ του Mike Appel και σε δημιουργική οίηση, ο Bruce κρατά αρχικά 12 κομμάτια, στα οποία διαλέγει να δώσει ολοκληρωμένη μορφή τον Αύγουστο στα Power Station Studios της Νέας Υόρκης.
Ο 26χρονος Bob Clearmountain αναλαμβάνει να τα μιξάρει και στις 15 Οκτωβρίου, στέλνονται για mastering, καθώς οι άνθρωποι της Columbia προγραμματίζουν να έχουν το προϊόν έτοιμο την αγορά των Χριστουγέννων. Μέχρι κι ο τίτλος είναι έτοιμος, αυτός του πρώτου τραγουδιού της πρώτης πλευράς, “The Ties That Bind”.  
Δέκα τραγούδια επιλέγονται, όμως κάτι δεν του κάθεται καλά. Τελευταία στιγμή, με δική του επιμονή, παρά το ότι από την CBS διαβεβαίωναν ότι οι ταινίες έχουνε ήδη σταλεί για εγγραφή στο master, ο Springsteen ανακαλεί ολόκληρο το δίσκο.  
«… Και, ναι ρεμαλάκες, ας ξεκινήσουμε από κει. Πού τό’χετε ξανακούσει αυτό; Κανένας δεν τολμάει να πει στην εταιρία, όχι δεν τον βγάζεις το δίσκο, κάτι του λείπει. Ο Μπρους ήθελε να δώσει κάτι αυθεντικό, όχι να κάνει απλώς ένα καινούργιο προϊόν. Ήθελε να τα πει όλα όσα είχε στο μυαλό του, όχι τα μισά. Και στα παπάργια του άμα λάχει κι η εταιρία. Ποιά εταιρία, ρε; Είχανε κι άλλον σαν κι αυτόν;».  
Ο Σάκης σταυρώνει πόδι, ισιώνει πατομπούκαλα και ρουφάει σπιτικό φραπέ. «Ε, ναι. Γουώρρεν Ζήβον λίγο μυστήριος, Τζάκσον Μπράουν νερόβραστος, ο Ντυλαν να τό’χει γυρίσει στο Χριστό, να’ουμε».  
«Σωστό. Ίσως μόνον ο Μπομπ Σήγκερ. Αλλά και κείνος ρε φίλε, από τότε σα γέρος έμοιαζε».  
Όπως και σε κάθε μαθηματικό θεώρημα, ο Μάρκος θέλει ν’ ακολουθεί τον πιο σύντομο δρόμο προς την απτή απόδειξη. Σηκώνεται, παίρνει το γαλάζιο βινύλιο με κείνο το μαυρόασπρο, κάπως θλιμμένο γκρο πλαν του Μπρους απ’ έξω, βγάζει τον σελοφάν με τον πρώτο απ’ τους δύο δίσκους– «Οι μαλάκες οι δικοί μας δεν το έχουνε φέρει γκέϊτφολντ, όπως έξω»- και κρατώντας τον από τις άκρες με τις παλάμες τεντωμένες σαν καρατέκα, τον απιθώνει στο πλατώ ενός ασημένιου, ανυπόμονου ΑΚΑΙ -«μου το φέρανε από Λονδίνο οι δικοί μου»- χωμένου στη γωνία μεταξύ τοίχου και σύνθετου. Το “The Ties That Bind” γεμίζει το σαλόνι με κύματα από αποφασιστικές κιθάρες. Η E Street Band σε πλήρη ανάπτυξη κι η φωνή του Μπρους σε φανερή πάλη με τα ίδια του τα συναισθήματa.  
 “You're walkin' tough, baby, but you're walkin' blind -
Τ
o the ties that bind”.  



Ο Μήτσος, δαγκώνει το Μάλμπορο και με το λεπτό χαρτί των στίχων στο χέρι, κάνει τη σούμα. «Κάνεις μεγάλε το σκληρό, αλλά έτσι που το πας γυρνάς πίσω στις θαλπωρής τις τανάλιες. Πας ντου γρου πίσω, εκεί απ’ όπου θες να δραπετεύσεις. Οικογένεια, φίλοι που ξέρουνε και ξέρεις τα μυστικά τους. Γκόμενες που ξέρεις ποιόν είχαν, ποιόν παράτησαν και γιατί δε σε θέλουν. Κάνεις τον μάγκα και στο τέλος βλέπω να κουράζεσαι. Θα κάνεις την καρδιά σου πέτρα. Θα τους δικιολογήσεις, γιατί τους έχει συνηθίσει. Μπορεί να καταλήξεις και να παντρευτείς μια απ’ αυτές τις γκόμενες. Γαμώ τους δεσμούς ζωής, δηλαδή. Δεσμά πρέπει να λέγονται, δεσμά».  
«Όταν σας λέω τα έχει πει όλα, λέμε όλα, ρεμαγκίτες !», ρελανσάρει θριαμβευτικά ο Μάρκος. Κι αν το μάλλον πιωμένο, γεμάτο τσιτωμένο το σαξόφωνο “Sherry Darling” μας κάνει όλους χτυπάμε το πόδι στη μοκέτα μουρμουρώντας το ρεφραίν (Well I got some beer and the highway's free - And I got you, and, baby, you got me”), μπαίνει το Jackson Cageκαι μας βουτάει ξανά στην περίσκεψη.  




 «(…) Γυρίζει σπίτι, παίρνει κάτι να φάει – στρίβει στη γωνία να’ τη στο δρόμο της – Χάνεται πλάϊ στη σειρά από ίδια σπίτια – Σα σε σκηνικό σε αλλουνού το έργο – Σ’ ένα σπίτι με τις κουρτίνες τραβηγμένες – Να μη βλέπει όσα δε θέλει να μάθει και να ξέρει – Τις ανοίγει και κοιτάει έξω στο δρόμο – Η ψύχρα της νύχτας σπάει την ένταση της μέρας – Στου Τζάκσον το Κλουβί (…) Πάλεψε όσο θες, με τη δύναμή σου όλη – Αλλά κάθε νύχτα θα στο θυμίζουν όλα – Δικάστηκες κι έφαγες ισόβια - Στου Τζάκσον το Κλουβί».  
Ο Μήτσος υποψιαζόμαστε ποιά έχει στο μυαλό όταν μεταφράζει αυτούς τους στίχους. Τη λένε Χριστίνα και πάει στο Α2, συμμαθήτρια δικιά μου στο άλλο τμήμα. Χαμολοβλεπούν φρικάκι με μαλλί μέχρι τη μέση, μακρόστενο χλωμό πρόσωπο, πράσινα μάτια και φωνή που ίσα που ακούγεται. Τη γυροφέρνει από το καλοκαίρι, αλλά εκείνη του το’έχει πει :«οι δικοί της δεν την αφήνουν να βγαίνει, μόνο για φροντιστήριο».  
«Υπάρχει ρεμαλάκες πουθενά κομμάτι, τέτοια γροθιά στο στομάχι; Πόσο θα περιμένουμε, σου λέει, ακόμα για να την κάνουμε απ’ αυτή την κωλόπολη; Πόσο θ’ αντέξεις το βύσμα που τη βγάζει καθαρή; Πόσο θ’ αντέξεις το κάνε ό,τι σου λένε; Πόσο θ’ αντέξεις να είσαι στην απ’ έξω και η μιζέργια να σου τρώει τα σωθικά;».  
Μπορεί και να’ναι η εποχή -ο Οκτώβριος δε φημίζεται για τα Σάββατά του- μπορεί και νά’ναι οι πανελλήνιες που και για τους τρεις τους είναι σκέτος Γολγοθάς. Η E Street Band και ο αρχηγός, κομμάτι το κομμάτι μας διαπερνά. Το ποτενσιόμετρο του ΑΚΑΙ δεν ανεβαίνει πολύ, όμως ο ήχος που γεμίζει το σαλόνι, δεν είναι απλώς το «ροκεντορόλ που συμπαθώ» που λέει ο Παπακωνσταντίνου, αλλά αυθεντικό το ροκ-εν-ρολ, το λυτρωτικό, το απελευθερωτικό.  



 «Κι εγώ σου λέω ότι  κάποτε τό’παιζα ζόρικος – ζούσα σ’ ένα κόσμο με παιδιάστικα όνειρα – Κάποια μέρα πρέπει όλα αυτά να πάρουνε τέλος – Να γίνω άντρας, να μεγαλώσω για να ονειρεύομαι ξανά – Πιστεύω, ναι, τελικά Δυό Καρδιές είναι καλύτερα από μια – Δυό Καρδιές φτάνουν για να κάνουν τη δουλειά».  
Ο οικοδεσπότης, κάθεται πάνω στο δεξί ηχείο και συνεχίζει να εξυφαίνει το ιστορικό επιχείρημα για τη μοναδικότητα του «Ποταμού».  
«Τα πέταξε, που λέτε όλα τα κομμάτια με τον πρώτο ηχολήπτη. Φώναξε δεύτερο, αυτόνε με το ρώσικο όνομα που του έιχε κάνει και το Darkness. Εκείνος ήξερε ότι έχει μπλέξει με ιδιότροπο και πέταξε το μπαλάκι στο βοηθό του. Κι εκείνος τό’πιασε, ρε. Τον άκουσε τον Μπρους. Κρέμασε τα μικρόφωνα στην αίθουσα ηχογραφήσεων πιο ψηλά κι έβγαλε αυτό τον ήχο. Άκου τα τύμπανα, ρε ! ».  
Η DENON D 60 με το "Born In The U.S.A.", γραμμένη από το Μάκη, το dj της disco Memo, είχε στη δεύτερη ό,τι χώραγε από την πρώτη πλευρά του “The River”. Μέχρι η αρχή του “Independence Day” είχε χωρέσει, στο “and they can’t me now” κοβότανε. Είχε το άτιμο μια πίκρα που τρύπωνε ύπουλα μέσα από πουλόβερ και πουκάμισα και σου μάγκωνε την καρδιά. Κάνω υπομονή να τελειώσει.  
«Ακούτε, δω, ρε. Μιλάει στον πατέρα του. Στη πόλη αυτή έχει πέσει, λέει σκοτάδι. Και μες το σπίτι του το ίδιο, σκοτάδι. Αυτό χάλασε τον πατέρα του και μετά αυτό το σκοτάδι χάλασε και τη σχέση του πατέρα με το γιο. Το πιάνετε; Και τί λέει ο γιος ; Θέλει να υψώσει ανάστημα απέναντι σ΄εκείνους που προκαλέσανε το σκοτάδι. “They ain't gonna do to me - What I watched them do to you”».  
Σιγή. Τρεις στους τέσσερις έχουμε πατεράδες που δουλεύουνε σε δουλειές με βάρδιες, κανονικές. Δουλειές που δεν τους γεμίζουνε νεύρα –για να πω την αλήθεια, του Μήτσου δουλεύει λαϊκή και δεν ξέρω, φαίνεται σκληρή και δύσκολη δουλειά. Τους πατεράδες μας τους βλέπουμε καθημερινά. Διαβάζουνε εφημερίδα, καπνίζουνε, μας ρωτάνε για το σχολείο, τρώμε όλοι μαζί το μεσημέρι. Μας στέλνουνε φροντιστήριο. Μας παίρνουνε κανά δώρο τα Χριστούγεννα. Δεν έχει χρειαστεί ποτέ να τσακωθούμε χοντρά. Μια δική τους στιβαρή κουβέντα είναι αρκετή. Τί του κάνανε του πατέρα του Μπρους που δε θέλει ν’ αφήσει να κάνουνε το ίδιο και σ’ εκείνον;    
Η σιωπή διαλύεται στα γρήγορα με το που αλλάζει η πλευρά.  
«Το είχε γράψει για τους Ραμόνες», χαμογελάει ο Μάρκος με το μπαίνουνε καθαρτήρια τα πλήκτρα και τα παλαμάκια του “Hungry Heart”. «…Αλλά τον έπεισε ο μάνατζέρ του, ο Landau, αυτός, ρε, ο “είδα το μέλλον του ροκ-εν- ρολ και το λένε Μπρους Σπρίνγκστην”, να το κρατήσει για δικό του δίσκo».  
«Ευτυχώς. Γαμώ τα κομματάκια».  
Όμως, το πολύ μαζεμένο ροκ-εν-ρολ της δεύτερης πλευράς, δεν αργεί να εγείρει κάποιες αντιρρήσεις.  
«Δεν είναι λιγάκι υποκριτικό για μαντράχαλο τριάντα τόσων χρονών να γεμίζει το δίσκο του ροκάκια, “Out In The Street” και Ω-Ώου Άϊ γκατ α κρας ον γιου και να νομίζει ότι καθάρισε; Πού νομίζει ότι βρίσκεται, στη δεκαετία του ’50; Ο Έλβις ένας ήτανε και την έκανε».  
«…Ναι, κορίτσια και αμάξια και χορός και μετά σου πετάει και μια ψευτορομάντζα “I Wanna Marry You” κι έδεσε. Από τη μια σου λέει μη σκύβεις το κεφάλι,σήκω και φύγε απ’ αυτά που σε κρατάνε δεμένο, κι από την άλλη, παντρέψου, κάνε παιδιά κι αγάπα την μέχρι να γίνει σα βουβάλα. Καλή μπάντα, αλλά με το μήνυμα σα να μη μας τα λέει καλά, ρε Μάρκ».  
«Κι εγώ νόμιζα ότι θέλετε ν’ ακούσετε μουσική σοβαρά, ρε κωλόπαιδα. Πρέφα δεν έχετε πάρει. Ο άνθρωπος εκφράζει ακριβώς αυτή την … την, πέστηνε ρε Τρίτη Δέσμη;».  
«… Ξέρω γω ; Αμφιθυμία;»  
«…Ε, πεσ’το κι έτσι. Της ωριμότητας το μπερδεγουέϊ, ρε, ναι. “All men must make their way, come Independence Day”. Βγάλτε ρε τη μαρμελάδα απ’ τα αυτιά».  
«Τo μπουρδούκλεμα να το κρατήσει για τη δικιά του την ηλικίας, ρε Μάρκ. Εμείς έχουμε ακόμα όλη τη ζωή μπροστά μας. Άραξε».  
Είναι φίλοι οι τρεις τους, όμως για μια στιγμή γίνομαι μάρτυρας σε ένα «δύο εναντίον ενός». Σάκης και Μήτσος διαφωνία με οικοδεσπότη. Δεν τα πάνε και πολύ ανάλατα. Thin Lizzy και ξερό ψωμί ο ένας, MC5 και Husker Du ο άλλος, δεν είναι να παίζεις.  
«Καλό το αφεντικό σου, εντάξει, όμως ρίξε στην ψησταργιά τίποτα με νεύρο κανονικό, ρε Μάρκο».  
«Motorhead δε μπαίνει σ’ αυτό το σπίτι, ρε λέρα. Δεν είσαστε για το Ποτάμι εσείς ρε. Έχετε πολλά καρβέλια να φάτε ακόμα για να μπείτε στο νόημα. Άπιστοι, ε, άπιστοι».  



Η υποψία τσαντίλας γίνεται στο δευτερόλεπτο καλαμπούρι, καθώς ο Μάρκος βγάζει από τη δισκοθήκη μιας διακοσαριάς στοιχημένων τεμαχίων το “Infidels” που Bοb Dylan, μαζεύοντας χαμόγελα που δαγκώνουνε στραβά τις γόπες, μαζί με φάσκελα.  
Τον πρώτο δίσκο δεν θα τον τελειώσουμε και τον δεύτερο δίσκο δε θα τον ακούσουμε ποτέ. Τουλάχιστον όχι και οι τέσσερις μαζί,.  
Πέντε Οκτώβριους πριν από την κουτσουρεμένη μας ακρόαση, στον κανονικό χωροχρόνο κυκλοφορίας του, το “The River”, όσο δυσκολοχώνευτο κι αν εδειχνε στην έκτασή του, δε δυσκολεύτηκε να αναγάγει τον Springsteen σε ένα αυτόφωτο, νοήμον κεφάλαιο για το αμερικάνικο ροκ-εν-ρολ. Είναι το «Πόλεμος και Ειρήνη» των ακροατών του μπλε κολλάρου, τα «Σταφύλια της Οργής» της γενιάς του «Αποκάλυψη Τώρα», γραμμένο σε πακέτα τσιγάρα ακουμπισμένα πάνω σ’ ενισχυτές και καφάσια Miller lite. Οπωσδήποτε, μια επιβαίωση ότι η μουσική διαδρομή του – όχι πλέον- νεαρού από το New Jersey αξιώνει προσοχή.
Οι ήχοι των δύο δίσκων περικλείουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από κάθε άλλη φορά όλα εκείνα που έκαναν το ανήσυχο παιδί να κρεμάσει την κιθάρα στους ώμους του και να μην ξανακοιτάξει πίσω. Το τείχος από κιθάρες made in Phil Spector, την αισθαντικότητα του Roy Orbison, το νεύρο των Who, rockabilly, calypso, country, Dylanισμούς ακόμη και δοκιμές στη folk.
Η πληθωρικότητα του Springsteen δεν είναι καινοφανής, όμως εκείνο που για πρώτη φορά αποκαλύτεται είναι πράγματι η αμφιθυμία του. Ένας μετέωρος βηματισμός ανάμεσα στην ανάγκη να ξεφύγει, στην όρεξη να τα πιει και να τα σπάσει το Σάββατο το βράδυ και στο φόβο για το τί τον περιμένει όταν θα ξυπνήσει με hangoverάνεργος, άφραγκος και με στόματα να θρέψει την Κυριακή το μεσημέρι.
Με τους διαπροσωπικούς του δεσμούς να δοκιμάζονται μέχρι σημείου διαρρήξεως μέσα στο μυαλό του. Τον απασχολούν οι σχέσεις του, ή μάλλον το ξέφτισμα των σχέσεων με τον πατέρα, το σπίτι, τους φίλους, την αγαπημένη του, τα αφεντικά και τους συναδέλφους του, τις παρέες που τον ξέρουν μια ζωή, με όσους συγχρόνως μ’ αυτόν, μεγάλωσαν κι αναμετρώνται με τις επιλογές τους. Δεν είναι εύκολο, λέει, να διαβαίνεις τα τριάντα τους πρώτους μήνες της δεκαετίας του ’80, τους τελευταίους του «δειλού» Προέδρου Τζίμμυ Κάρτερ, σε μια Αμερική που φτιασιδώνει το ρήμαγμα του Ονείρου της και τη βαθιά οικονομική ύφεση πίσω από βελούδινα δράματα τύπου «Κράμερ Εναντίον Κράμερ» και «Συνηθισμένοι Άνθρωποι».
Στις 3 Οκτωβρίου ξεκινά η “The River Tour”, από το Chrisler Arena του Ann Arbor. Είναι τέτοια η ένταση, που Bruce ξεχνάει τα λόγια από το εναρκτήριο τραγούδι - το “Born To Run”- για να διαπιστώσει μέσα σε δευτερόλεπτα ότι οι 12.000 θεατές τον αναπληρώνουν επάξια, τραγουδώντας με όλη τους τη δύναμη τους στίχους.  
Μια εβδομάδα αργότερα, ο διπλός δίσκος κυκλοφορεί στην Αμερική και μέσα σε 4 εβδομάδες, στις 8 Νοεμβρίου 1980, θα βρεθεί στην κορυφή του Hot-200 του Billboard, το πρώτο άλμπουμ του Springsteen που θα καταφέρει κάτι τέτοιο. Στις 17 Οκτωβρίου θα κυκλοφορήσει και στην Ευρώπη, ενώ μια εβδομάδα αργότερα θα φτάσει ένα μόνο βήμα μακριά από την κορυφή των τσαρτς στη Βρετανία (UK#2, 25/10/80), την οποία κατείχε το “Zenyatta Mondatta” των Police.  
Στις 20 Οκτωβρίου, το “Hungry Heart” κυκλοφορεί ως πρώτο singleαπό το διπλό δίσκο. Στη Βρετανία η υποδοχή είναι μάλλον αδιάφορη (UK#44, 29/11/80), σε αντίθεση με την Αμερική, όπου μερικές μέρες πριν το τέλος της χρονιας θα μπει στο top-10 του Billboard, η μεγαλύτερή του επιτυχία ως τότε (US#5, 27/12/80).  
Στις 23 Οκτωβρίου ο Bruce βρίσκεται σ’ ένα café του Seattle. Ανεβαίνει να παίξει με μια τοπική μπάντα, τα μέλη της οποίας δεν αναγνωρίζουν ποιός είναι, τουλάχιστον στην αρχή. Την επόμενη, το πρώτο τεύχος του fanzine “Backstreets” μοιράζεται δωρεάν έξω από το Seattle Coliseum, όπου η E Street Band θα παίξει μπροστά σε 13.000 θεατές.  
Στις 5 Νοεμβρίου, μία μέρα μετά την σαρωτική όσο και αναμενόμενη εκλογή του Ronald Reagan στο Προεδρικό Αξίωμα, ο Bruce ανεβαίνει στη σκηνή του ASUCenter του Tempe της Arizona και ανακοινώνει: «Δεν ξέρω τί πιστεύετε γι’ αυτό που συνέβη χθες το βράδυ, αλλά εγώ το βρίσκω πολύ τρομακτικό» πριν οδηγήσει την E Street Band σε μια ορμητική εκτέλεση του “Badlands”.  


Λίγες ώρες αργότερα, ο Jon Landau θα του χαρίσει ένα βιβλιο που θα αποβεί καθοριστικό για τις μουσικές και πολιτικές αναζητήσεις του τα επόμενα χρόνια : μια βιογραφία του Woody Guthrie.  
Στις 9 Δεκεμβρίου, την επομένη της δολοφονίας του John Lennon, ο Bruce ξεκινά την τρίτη συνεχόμενη sold out εμφάνιση στο Spectrum της Philadelphia, ενώπιον 18.000 και πλέον θεατών με μια ταπεινή αφιέρωση στον μεγάλο εκλιπόντα.
«Είναι πολύ στενάχωρο να βγαίνεις να παίξεις όταν έχει χαθεί ένας άνθρωπος. Ο πρώτος δίσκος που έμαθα να παίζω είχε ένα τραγούδι που το έλεγαν Twist And Shout”. Αν δεν υπήρχε ο John Lennon, σίγουρα όλοι μας θα βρισκόμασταν απόψε σ’ ένα μέρος πολύ διαφορετικό. Ο κόσμος είναι ένα μέρος χωρίς λογική, πολλές φορές αναγκάζεσαι να ζήσεις με πράγματα που τον κάνουν αβίωστο. Οπότε, είναι δύσκολο να βγω να παίξω, αλλά δεν υπάρχει και τίποτα άλλο που να μπορώ να κάνω», λέει και μπαίνει με το “Born To Run”, αφήνοντας το “Twist & Shout” για το encore, μετά από τρεις περίπου ώρες ιδρώτα και ντεσιμπέλ.  
Η χρονιά κλείνει με τρεις θριαμβευτικές βαδιές στο Nassau Coliseum της Νέας Υόρκης, 28, 29 και 31 Δεκεμβρίου. Η τελευταία σπάει κάθε προηγούμενο ρεκόρ σε διάρκεια, καθώς κρατά τέσσερις ώρες και 38 λεπτά.  
Το 1981 ξεκινά με 4 συναυλίες στον Καναδά και άλλες 22 στις βόρειες, μεσοανατολικές και νότιες πολιτείες. Το “The River”  ψηφίζεται δεύτερο πιο δημοφιλές άλμπουμ της χρονιάς πίσω από το “London Calling” των The Clash στο Pazz & Jop το ετήσιο γκάλοπ των Αμερικανών μουσικοκριτικών που δημοσιεύει το περιοδικό “Village Voice”.  
Το Φεβρουάριο, το single “Sherry Darling” δεν καταφέρνει καν να μπει στα 200 πρώτα, όμως το “Fade Away” θα καταφέρει να αγγίξει το top-20 (US#20. 14/3/81). Στις12 Μαρτίου, εξαντλημένος ο Bruce ενημερώνει τον Landau ότι το προγραμματισμένο σκέλος της Ευρωπαίκής περιοδείας θα πρέπει να αναβληθεί για να μπορέσει αναλάβει δυνάμεις.  
Πράγματι, οι συναυλίες θα συνεχιστούν τον Απρίλιο με πρώτη εμφάνιση στις 7 στο Congress Centre του Αμβούργου. Για πρώτη φορά μετά το ’75 ο Bruce και E Street Band βρίσκονται στο Λονδίνο, όπου θα δώσουν έξι συνεχόμενες συναυλίες στο Wembley Arena, 29 Mαίου με 6 Ιουνίου. Στις 7 Ιουνίου στο Birmingham στη σκηνή ανεβαίνει ο Pete Townshend και προσθέτει τα ακκόρντα του στο “Born To Run”. Στον απόηχο των δυνατών συναυλιών, κυκλοφορεί μόνο στην Ευρώπη σαν single το “The River”, το οποίο το βρετανικό κοινό στέλνει στο Νο 35 (27/6 και 4/7/81).  
Ο Ιούλιος ξεκινά με το τελευταίο σκέλος της περιοδείας από το New Jersey. Έξι συνεχόμενες βραδιές στο Meadowlands Arena, με μέσο όρο θεατών μεγαλύτερο των 20.000 και συνεχίζεται με πέντε συναυλίες στο Spectrum της Philadelphia. Ενδιάμεσα, ο Clarence Clemons ανοίγει ένα club, το “Big Man’s West”, στο Red Bank του New Jersey και φυσικά στα εγκαίνια ο Bruce ανεβαίνει μαζί του στη σκηνή.  
Το “Cadillac Ranch” γίνεται το δεύτερο συνεχόμενο single που η Αμερικη αγνοεί επιδεικτικά. Θά’λεγε κανείς ότι από την προσέλευση του κοινού στις συναυλίες και τις πωλήσεις του δίσκου, τα τραγούδια του Springsteen έχουν ήδη βρει τον δικό τους δρόμο να φτάσουν στο ακροατήριό του, παλιό ή και νέο, στην ολότητά τους. Στις 20 Αυγούστου η μπάντα δίνει μια συναισθηματικά φορτισμένη φιλανθρωπική συναυλία για τους βετεράνους του Βιετνάμ στο Los Angeles Sports Arena.
Η περιοδεία θα ολοκληρωθεί στις 14 Σεπτεμβρίου 1981 στο Riverfront Coliseum του Cincinnati.  



Η αναμφισβήτητη επιτυχία του “The River”, η κόπωση από την εξαντλητική περιοδεία και η ανάδρασή τους στον ψυχισμό του Springsteen -ποιό μέρος του κοινού αφουγκράζεται πραγματικά όσα έχει πει σε κείνες τις τέσσερις πλευρές βινυλίου;- θα τον οδηγήσουν λίγους μήνες αργότερα στο να αποσυρθεί στο home studio του Jersey και ν αρχίσει να γρατζουνά τις ματαιώσεις και τις ανησυχίες του για την καρδιά της χώρας του με μια ακουστική κιθάρα, κουμπωμένη σ’ ένα φτηνό κασσετόφωνο.  
Όσο πάντως για το Ποτάμι, χρόνια ολόκληρα δεν μπόρεσα να το ακούσω ολόκληρο, έχοντας μείνει εκεί, στη διακοπείσα ακρόαση πριν το τελευταίο κομμάτι της δεύτερης πλευράς, παρά την επιμονή του οικοδεσπότη μας, τον Οκτώβριο του ‘85.
Το αγόρασα σε κασσέτα, δυό χρόνια μετά το τέλος του σχολείου, ωστόσο, και πάλι, δύσκολα μπορούσα να το χωνέψω. Επισκεπτόμενος όμως μέσα στα χρόνια πότε τον πρώτο, πότε τον δεύτερο δίσκο, κυρίως μετά τα τριάντα, ηλικία στην οποία ήταν κι ο Bruce όταν με σχολαστικότητα, αγωνία κι επιμονή τον συνέθετε, έμαθα να νιώθω την αγωνία του, να καταλαβαίνω το φορτίο του και το πώς αυτό μπορούσε να λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για τον πεινασμένο, αλλά άγουρο ακροατή.
Από τη μια οι ευθύνες μιας ηλικίας που έχει εγκατασταθεί σαν ακάλεστος ελεγκτής σοβαρότητας, στο μυαλό και για πρώτη φορά και στο σώμα. Κι από την άλλη, ο εσώτερος έφηβος που δε βρίσκει απολύτως κανένα λόγο να σταματήσει να τα κάνει όλα λαμπόγυαλο σε κάθε ευκαιρία. Κάθε κομμάτι του συναισθηματική ακτινογραφία αυτής της μετάβασης.  
Από το σαρωτικό, πανηγυρικά αμετανόητο “IRocker” στο σπαραγμό του “Point Blank”, από την ερωτική απογοήτευση του “Fade Away(“rooms that once were so bright are filled with the coming night”) και την απόγνωση του “Price You Pay” στις boogie ανωριμότητες και τις redneck αμαξάδες των “Ramrod” και “Cadillac Ranch”. Και σε κείνη η αυτοκινητοκεντρική, σκυθρωπή τριλογία, που αποστάζει όλα μαζί τα διλήμματα σαν σε κοκτέϊλ προορισμένο να σε στείλει αδιάβαστο.


H βραδύκαυστη ερωτική συντέλεια του “Drive All Night”, ένας βασανιστικός μονόλογος που σχεδόν εκλιπαρείς ο αφηγητής να μην κάνει καμιά τρέλλα, ή να μην κοιμηθεί στο τιμόνι. Το “Stolen Car”, όπου ο τακτοποιημένος οικογενειάρχης χάνει το στήριγμά του, χάνει την αγάπη του. Όχι επειδή του την κλέβει κάποιος άλλος, αλλά επειδή μόνη της, νομοτελειακά, εξαϋλώθηκε από τον αδυσώπητο χρόνο (“We got married, and swore we'd never part - Then little by little we drifted from each other's hearts), κάτι που τον έκανε να οδηγεί σαν τρελλός ένα κλεμμένο αμάξι, κάθε βράδυ στην Eldridge Avenue, κι εύχεται να τον πιάσουν, αλλά το μαρτύριό του παρατείνεται, καθώς ούτε η τύχη είναι μαζί του. Κάποιοι, εκ των υστέρων, διάβασαν εκεί μια καλή μεταφορά για την απροθυμία του να ακολουθήσει τις συμβάσεις από τις οποίες αγωνίστηκε με νύχια και με δόντια να ξεφύγει. Όμως, ακόμη κι έτσι, το Ποτάμι, μέχρι την τελευταία του νότα, παραμένει αβέβαιο. Στο ακροτελεύτιο “Wreck On The Highway”, σαν σε μια αργόσυρτη countryυπνοβασία, ο αφηγητής περνά με τ’ αυτοκίνητο μπροστά από ένα αιματηρό δυστύχημα, παρακολουθεί το ασθενοφόρο να μεταφέρει εσπευσμένα τα θανάσιμα τραυματισμένα θύματα στο νοσοκομείο και ο τρόμος για την ξαφνική απώλεια των αγαπημένων, αυτός ο οικουμενικά αισθητός, αρχέγονος, φόβος, τον κυριεύει. Αγκαλιάζει το κορίτσι του μέσα στη νύχτα κι ευγνωμονεί την καλή του τύχη.  
Στο επίκεντρο όλων αυτών των αθέλητα, σχεδόν βίαια ενηλικιούμενων χαρακτήρων, το ομώνυμο τραγούδι, εκείνο που παραλίγο ν’ ακούσουμε στο σαλόνι του Μάρκου – τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί τα άλλα δύο παλιόμουτρα να θέλανε να το αποφύγουν, όπως εγώ το Independence Day- το συνταρακτικό “The River”. Το Ποτάμι τρέχει ανάμεσα στις ζωές των προσώπων που πρωταγωνιστούν στα υπόλοιπα δεκαεννιά κομμάτια, σα να κουβαλάει τη μνήμη του χρόνου, αέναα, αναπόδραστα, προσπερνώντας τις γέννες, τους γάμους, τα διαζύγια και τους θανάτους που οι καθημερινοί ήρωες του Springsteen βιώνουν, καθώς τα χρόνια περνούν από πάνω τους.
Με τη φυσαρμόνικα και την τσακισμένη του ερμηνεία, ο ίδιος μπορεί να είπε ότι τό’γραψε για την αδερφή του και τον γαμπρό του, που δούλευε σε οικοδομές κι εκείνη την εποχή και μια μέρα ξαφνικά έχασε τη δουλειά του, όμως η αλήθεια είναι ότι η απλότητα και η απογυμνωμένη, θρηνητική του ειλικρίνεια μίλησε στις ψυχές εκατομμυρίων, που βρέθηκαν, βρίσκονται και θα βρεθούν εγκλωβισμένοι.
Άλλοτε από δικές τους αδυναμίες που καθόρισαν στο δευτερόλεπτο την τύχη τους, άλλοτε από δυνάμεις που δεν γίνεται ένας απλός άνθρωπος ν’ αντιπαλέψει.  

 

Τα χρόνια, όπως και στο Ποτάμι, κύλησαν για όλους και στην πραγματικη ζωή. Σ΄εμένα, επέτρεψαν να δω «τί είχανε κάνει» στον πατέρα του Μπρους όταν κατάλαβα το πόσο δαμασμένο στη δυσανασχέτιση και την αδυναμία είχανε κλειδώσει οι πολιτικές ιδέες το δικό μου. Να δω τη δέσμευση, την ανεξαρτησία και το τίμημα της ελευθερίας με καθαρό μάτι.
Να δω την «Καταιγίδα», με τον George Clooney πλοίαρχο και μην ξέρω αν μ’ έκανε να δακρύσω τόσο το παράδειγμα αυτοθυσίας στα τελευταία υποβρύχια πλάνα, όσο η σκηνή στο μπαρ της Μασσαχουσέτης με τους ψαράδες και το “HungryHeart” ν’ ακούγεται στο background να μου θυμίζει πού πραγματικά γεννιέται η ανάγκη για υπέρβαση και η αυτοθυσία ως αξία: στην ανέχεια, στην ταπεινότητα, στη συνθήκη που σε υποχρεώνει να συντηρείς το μυαλό σου μόνο με πεποιθήσεις και ιδανικά, ενώ τα πάντα γύρω σου αποφλοιώνονται, σαπίζουν ή αποδεικνύεται ότι στην πραγματικ;oτητα ήταν κάτι άλλο, πολύ μικρώτερο.  
17 Οκτωβρίου 2015. Δικάζω στο τσιμεντένιο θωρηκτό που επιγράφεται «Δικαστικό Μέγαρο Νοτιοανατολικής Τιχουάνα» μια συκοφαντική δυσφήμιση, υπεράσπιση σε τέσσερις κατηγορούμενους. Όλοι αδέρφια, τρεις άντρες, μία γυναίκα, γεροντάκια, ο νεώτερος 64. Στο γέρμα της ζωής τους «τραβιώνται στα δικαστήργια» (sic) με μηνυτή έναν συνομήλικο γείτονα της αδερφής τους, της πέμπτης και μικρώτερης και αδόξως μακαρίτισσας. Τη διπλάρωσε, λέγανε στην ένορκη, «τάχατες για να τη γεροκομήσει» και «τη ζόρισε» να του γράψει «λες και δεν είχε κείνη αδέρφια, που την είχανε μεγαλώσει» κάτι χωράφια, το ένα με σπίτι («νομιμοποιημένο, κανονικά, ε;»). Πρώτος μάρτυρας εκ του κατηγορητηρίου, ο Μάρκος.  
Μετά από μια ευσυνόπτως άδοξη αναβολή εκδίκασης, κι αφού χαιρέτησα τα γερόντια, πήγαμε σα συνεννοημένοι σ’ ένα σκονισμένο κεφέ-ουζερί με σκονισμένα στρογγυλά τραπέζ(ι)α και τα είπαμε. Είχα να τον δω καμιά εικοσιπενταριά χρόνια.
Σπούδασε, πέρασε ΑΣΕΠ, άλλαξε δυό-τρεις πόλεις με τις μεταθέσεις, παντρεύτηκε, έκανε δυό παιδιά, έμεινε κει κάτω, στη Νότια Τιχουάνα. Καμιά εικοσαριά κιλά πιο παχύς, αλλά ευκίνητος, αναλόγως αξύριστος και όπως φάνηκε, το ίδιο αμετακίνητος στις απόψεις του περί τα ουσιώδη. Μέσα στο πρώτο δεκάλεπτο με πληροφόρησε ότι το ‘The River” κυκλοφόρησε, λέει, σε γαμάτο Box-Set. Όλες οι ηχογραφήσεις με τον Clearmountain, τα παραπανίσια που δε μπήκαν στους δύο δίσκους, πρόβες, live εκτελέσεις, όλο το Ποτάμι και οι παραπόταμοι.  
Ήξερε περισσότερα από μένα και για τα άλλα δύο μούτρα.  
«Με τον Σάκη μιλάμε. Μετά το Μαθηματικό ξεκίνησε ιδιαίτερα. Ακόμα κάνει. Παντρεύτηκε μια φιλόλογο. Προσπαθούνε, λέει, να υιοθετήσουνε ένα παιδάκι, αλλά είναι δύσκολο. Ο Μήτσος παντρεύτηκε τη Χριστίνα, λίγο μετά το Πανεπιστήμιο. Χωρίσανε στο χρόνο πάνω. Είναι σε μια τεχνική εταιρία, Τοπογράφος Μηχανικός. Τρέχει πάνω – κάτω, όπου υπάρχει δουλειά. Τον παίρνω και με παίρνει στη γιορτή του. Ακούει ακόμα γκαραζιές το μουρλοκομείο. Να ’ρθείτε σπίτι, εδώ κάτω. Σας καλώ όλους, ρεμαλάκες.
Να κανονίσουμε. Θα γονατίσουμε το
box-set, όλο. Μπύρες, πίττες και βινύλια Μπρους. Ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά, ούτε σκυλιά. Αυτή τη φορά όλο, όμως».
Μου κλείνει το μάτι, σηκώνει το δείκτη και κάνει ρελάνς, σα να βρήκε τον άγνωστο x στην εξίσωση, ως συνήθως, με τον πιο γρήγορο τρόπο:  
«Everybody’s got a hungry heart – Don’t make no difference what nobody says. Ain’t nobody like to be alone».    


Παναγιώτης Παπαϊωάννου