Τommy Βolin: “Like A Lotus in an oriental sky”
Παρασκευή

19Φεβ

Τommy Βolin: “Like A Lotus in an oriental sky”

Δημοσιεύθηκε από:

19/02/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1407
Απόγευμα Ιουνίου του ’75 στο δυτικό Hollywood, με τον ήλιο να καίει στους τσιμεντένιους τοίχους των Pirate Sound Studios.
Ένας μυστήριος ψηλόλιγνος τύπος, με μια μελαχροινή τύπισσα αγκαζέ, ανεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου στο αχανές κτιριακό συγκρότημα όπου μέχρι και πριν λίγα χρόνια χρησιμοποιούσε η Columbia Pictures για γυρίσματα μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών. Έχει πολύχρωμα μακριά μαλλιά, ένα ινδιάνικο φτερό καρφιτσωμένο πάνω απ΄το δεξί αυτί, φορά ανατολίτικο εμπριμέ πουκάμισο, πράσινο βελούδινο σιφόν παντελόνι και στέκεται πάνω σε δεκάποντες γιαπωνέζικες πλατφόρμες. Στο δεξί του χέρι, μια θήκη κιθάρας.
Ανοίγει την ασφαλισμένη με μάνταλο πόρτα του «Room A» και μαζί με τη συνοδό του περνά το κατώφλι. Ανάμεσα σε τύμπανα, πλήκτρα, μικρόφωνα κι ενισχυτές, τέσσερις ροκ σταρ γυρίζουν τα κεφάλια προς το μέρος του και αντικρύζουν το θέαμα. Αφιλόξενοι, αλαζόνες, μαθημένοι να δυσανασχετούν. Οι Deep Purple.
«Hey, guys!»
«Αδύνατος σαν τσουγκράνα, τα μαλλιά του με ρίγες πράσινες, κίτρινες και μπλε, με καρφωμένα πάνω τους φτερά. Δίπλα του να γλυστρά μια εντυπωσιακή Χαβανέζα, μ’ ένα πλεχτό φόρεμα κολλητό πάνω της και να μη φορά τίποτα από μέσα» - David Coverdale.
«Έκανα πολύ ώρα να συγκεντρωθώ στα πλήκτρα του Hammond μου. Είχα το μυαλό μου σε άλλα όργανα» - John Lord«Στην απίθανη περίπτωση που δεν πάρεις τη δουλειά, είσαι καλεσμένος απόψε το βράδυ στο σπίτι μου» - Glenn Hughes.
«Aν», όπως διδάσκει ο μάγιστρος Don Juan στο βιβλίο του Carlos Castaneda, «ο θάνατος βρίσκεται πάντοτε καβάλα στον αριστερό μας ώμο», ο ψιλόλιγνος νεαρός, εκτός από τον εκρηκτικό του ρουχισμό, φορούσε και τη θνητότητά του με τον τρόπο που ένας αγέρωχος καπετάν πειρατής μοστράρει στον ώμο του τον πλουμιστό του παπαγάλο.
Ήταν αδύνατον να μην τον προσέξεις.
Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τα λόγια του John Lord, ήταν «αδύνατον να μη συμπαθήσεις τον Tommy Bolin».
Γεννημένος την 1η Αυγούστου του 1951 στο Sioux City της Iowa, ανακάλυψε το ροκ-εν-ρολ βλέποντας τον Elvis ζωντανά στο Sioux City Municipal Auditorium το ’56, καθώς παραδόξως πώς, ο νεαρός πατέρας του τον είχε πάρει μαζί του στη συναυλία. Την ίδια χρονιά εμφανίζεται ντυμένος Elvis και τραγουδώντας το “Heartbreak Hotel” σε μια τηλεοπτική εκπομπή για παιδιά. Κάνει τέτοια εντύπωση, που του ζητούν τρεις μέρες μετά να ξαναβγεί στο γυαλί. Πιάνει την πρώτη δική του κιθάρα στα δέκα, γρατζουνώντας το “Jailhouse Rock” και κατά τη διάρκεια της πρώϊμης εφηβείας περνά από διάφορα τοπικά συγκροτήματα που πασχίζουν ενθουσιωδώς ν’ ανακατέψουν το rhythm & blues με τον ήχο της βρετανικής εισβολής.
Δεν έχει κλείσει ακόμη τα δεκαεφτά, όταν τον αποβάλλουν από το Barely High School επειδή αρνείται πεισματικά να κόψει τα μαλλιά του. Απολύτως αντίστροφα προς το πώς θ’ αντιδρούσε η συντριπτική πλειοψηφία των γονιών, όχι μόνο στην Iowa, αλλά στις περισσότερες γωνιές του πλανήτη, η μητέρα του πάει στο Γυμνασιάρχη και υπερασπίζεται το γιο της. «Αν δεν μπορείτε εσείς να τον αποδεχτείτε όπως είναι, τότε κι εκείνος το ίδιο δικαιούται να νιώθει για σας».
Σύντομα ο Tommy θα μια σοβαρή κουβέντα με τους γονείς του.
«Θέλω να γίνω μουσικός. Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Για να το καταφέρω, πρέπει να φύγω από ‘δω».


Ο πατέρας του Richard, απόγονος Σουηδών μεταναστών, είναι υπάλληλος εργοστασίου συσκευασίας κρεάτων και η μητέρα του Barbara, Συριακής καταγωγής γεννημένη στη Νεμπράσκα, βοηθός στο μανάβικο του αδελφού της, γνωρίζουν τί σημαίνει να παλεύει κανείς από νέος για τα όνειρά του. Δε θα μπουν εμπόδιο ούτε στιγμή στο δρόμο του ατίθασου πρωτότοκου γιου.
Ένα βροχερό βράδυ, φθινόπωρο του ’67, ο Tommy θα αποχαιρετήσει την «Πόλη των Σιου», τους γονείς και τα δύο αδέλφια του, τον 13χρονο Johnnie και τον 11χρονο Rick και θα ταξιδέψει με ωτο-στοπ εννιακόσια περίπου μίλια μακριά, στο Denver του μισού εκατομμυρίου κατοίκων, την πρωτεύουσα της πολιτείας του Colorado. Περιφέρεται στην πόλη κι ακούει μουσική να έρχεται από το πατάρι μιας αποθήκης.
Μια μπάντα κάνει πρόβα μέσα στη νύχτα. Με μόνο ένα πλατύγυρο καπέλο να κόβει τη βροχή και τη θήκη της κιθάρας αποκλειστικό του δισάκι, χτυπά υπομονετικά την πόρτα. Οι μουσικοί θα του ανοίξουν μόλις, στο πρώτο διάλειμμά τους, χαμηλώσουν την ένταση. Έτσι θα συναντήσει τον τραγουδιστή Jeff Cook, τον πιο στενό φίλο και στενό συνεργάτη που θα αποκτήσει ποτέ. Η μπάντα του Cook λέγεται Cross Town Bus και χωρίς δεύτερη κουβέντα θα δεχτούν τον Tommy στις τάξεις τους, καθώς, παρά το νεαρό της ηλικίας του, εντυπωσιάζονται από την άνεση στο παίξιμό του.
«Ήταν πολύ ταπεινός με το χάρισμα που ήξερε ότι διαθέτει. Ποτέ δεν έκανε κάποιον από μας να νιώσουμε ότι δεν ήμαστε το ίδιο καλοί όσο εκείνος. – Jeff Cook.
Κάτι μήνες αργότερα, θα αλλάξουν το όνομά τους σε American Standard και μ’ αυτό θα κατορθώσουν ν’ αρπάξουν τη δουλειά που κάθε συνοικιακή μπάντα της περιοχής ονειρεύεται. Γίνονται residents στο “The Family Dog”. Το συγκεκριμένο club του Denver είναι κάτι σαν παράρτημα του ομώνυμου που είχε ανοίξει στο San Francisco. Με διοργανωτή συναυλιών τον ιμπρεσσάριο Barry Fey, περνούν την πόρτα του τεράστια ονόματα που κάνουν διεθνή καριέρα όπως οι Cream, Canned Heat, The Jefferson Airplane, The Doors, The Grateful Dead, ακόμη κι ο Jimi Hendrix. Ο Tommy ανακαλύπτει την jazz και βυθίζεται στον ήχο του Coltrane και του Miles Davis. Δεν θ’ αργήσει να κουραστεί από τη ρουτίνα του αμειβόμενου με ψίχουλα ανθρώπινου τζουκ μποξ - η μπάντα υποχρεώνεται από τον ιδιοκτήτη να παίζει σχεδόν αποκλειστικά διασκευές, καθώς «οι πελάτες θέλουνε ν’ ακούνε μόνο επιτυχίες». Ο Jeff Cook αποφασίζει να αναζητήσει την τύχη του σαν τραγουδιστής στην Αγγλία, κι έτσι ο Tommy αποφασίζει ν’ ακολουθήσει τον πιανίστα John Faris σε ένα blues-rock-jazz-fusion σχήμα με ιδιαίτερο ηχόχρωμα, καθώς και όνομα: Ethereal Zephyr. 
Η μπάντα, όταν το 1969 θα μπει στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο της άλμπουμ, έχει αλλάξει το όνομά της σε απλώς Zephyr. Στα φωνητικά είναι κάποια Candy Givens, μια επίδοξη Janis Joplin, ενώ μπάσο παίζει ο σύζυγός της, David.
O Faris στα πλήκτρα και το φλάουτο, ο Tommy στην κιθάρα κάποιος Robbie Chamberlin συμπληρώνει τη σύνθεση στα τύμπανα. Από το υλικό του ομώνυμου ντεμπούτου ξεχωρίζει το “Cross the River”, το οποίο όπως και τα υπόλοιπα είναι γραμμένα με μεγάλη δική του συμμετοχή. Θα παιχτεί στη δημοφιλή μουσική εκπομπή “American Bandstand”, με την Candy και τον Tommy να μoιράζονται τα φωνητικά – για τις τηλεοπτικές ανάγκες της εκπομπής, σε πλεϊ μπακ. Ο νεαρός είναι φανερό ότι μέσα σ’ έναν χρόνο από τότε που εμφανίστηκε μούσκεμα από τη φθινοπωρινή βροχή στην πρόβα των Cross Town Bus έχει αρχίσει να ανθίζει.




California Zephyr είναι το όνομα μιας αμαξοστοιχίας της γραμμής San Francisco - Chicago, με ενδιάμεση στάση το Denver.
Ο Ζέφυρος, ο δυτικός άνεμος που από την ελληνική αρχαιότητα θεωρείται ο φίλιος, ούριος άνεμος για τους ταξιδιώτες και στην καθομιλουμένη των οροσειρών του Colorado είναι ο άνεμος που έρχεται από από τα Βραχώδη Όρη. Σε συνέντευξη της εποχής ο David Givens επιβεβαιώνει: «Αν έχεις ζήσει στην περιοχή Front Range του Colorado, τότε ξέρεις ότι ο δυτικός άνεμος, ήπιος συνήθως, μερικές φορές μπορεί να λυσσομανάει καθώς κατεβαίνει από τα Rocky Mountains με την ταχύτητα ανεμοστρόβιλου. Η μπάντα μας έχει και τις δύο αυτές αντιδιαμετρικές ποιότητες. Τόσο την ακάθεκτη δύναμη της αμαξοστοιχίας, όσο και την πολυπρόσωπη μορφή του δυτικού ανέμου. Και οι δυό περνούν από τα μέρη μας».
Η αλήθεια είναι όμως ότι οι Zephyr, παρά τους συνειρμούς του ονόματός τους, δεν κατορθώνουν να αναπτύξουν την ορμή ανεμοστρόβιλου. Τo πρώτο τους άλμπουμ δεν κάνει την παραμικρή αίσθηση, όσο κι αν καταφέρνουν να ανοίξουν τις συναυλίες γνωστών ονομάτων που περνούν από το Denver, με πιο σημαντικό τους Led Zeppelin. Μέσα στο πενταμελές σύνολο, ο 18χρονος κιθαρίστας λάμπει όλο και πιο έντονα. Τη βραδιά του Απριλίου του ’69 που παίζουν support στους Bluesbreakers του John Mayall, ο Tommy είναι αποφασισμένος να παραθέσει το δικό του στίγμα απέναντι στον ραγδαία ανερχόμενο νεαρό Mick Taylor, που σε λίγους μήνες θα ενταχθεί στους Rolling Stones. Βγάζει από το μανίκι όλους τους άσσους: παραμόρφωση, ταχύτητα, blues κλίση και αποθεώνεται από το κοινό. O μύθος του έχει μόλις γεννηθεί.
 
Ωστόσο, και το δεύτερο άλμπουμ των Zephyr, το ηχογραφημένο στα Electric Lady Studios της Νέας Υόρκης “Going Back to Colorado" του 1971, θα περάσει απαρατήρητο, παρά το ότι θα ολοκληρωθεί υπό την επίβλεψη του παραγωγού του Jimi Hendrix, Eddie Kramer. Ο Tommy μένει πια στην πόλη Boulder του Colorado και συζεί με τη σταθερή του σχέση, την Karen Ulibarri, μια μελαχροινή καλλονή με ρίζα βάσκικη και ιαπωνική. Μη βρίσκοντας πλέον ενδιαφέρον στο να είναι βοηθητικός στα σχέδια του ζεύγους Givens, δυσαρεστημένος, δε, από την έλλειψη μουσικού προσανατολισμού, o Tommy αφήνει τους Zephyr και παίρνοντας μαζί του τον ντράμερ Bobby Berge, φτιάχνει μια δική του jazz fusion μπάντα, τους Energy
Energy, με τον επαναπατρισθέντα άπρακτο από την Αγγλία Jeff Cook στα φωνητικά, τον μπασίστα Stanley Sheldon και τον πιανίστα Tom Stephenson έχουν βάση τους το Boulder, όπου έχει αρχίσει ν΄αναπτύσσεται μια γόνιμη μουσική σκηνή.
Ο κιθαρίστας Joe Walsh που έχει φύγει από τους James Gang έχει εγκατασταθεί στην πόλη, έχοντας αποφασίσει να φτιάξει τη δική του μπάντα, τους Barnstorm. Ο Stephen Stills ψάχνεται αναλόγως. Μπάντες φτιάχνονται και διαλύονται, τα μπαρ και τα κλαμπ έχουν κάθε βράδυ διαφορετικά σχήματα πάνω στις μικρές τους σκηνές.
Οι Energy, που επιμένουν σ’ ένα ρευστό κράμα fusion και blues με εκτεταμένα οργανικά περάσματα, θα παίξουν support σε αρκετά πρώτα ονόματα που θα περάσουν από την πόλη. Ο Tommy θα παίξει μαζί με Chuck Berry και John Lee Hooker και θα τους παρακολουθήσει ευλαβικά. Όμως εκείνος που θα υπάρξει καθοριστικός γι’ αυτόν είναι ο 46χρονος μπλουζίστας Albert King.
«Μέχρι τότε, σε κάθε σόλο έπαιζα ό,τι ήξερα, τα έβαζα όλα μέσα. “Man ! Just say it all with one note", μου είπε. Απ’ αυτόν έμαθα πόσο πιο δύσκολο είναι το να είσαι απλός, από το να προσπαθείς να παίξεις δύσκολα πράγματα σ’ ένα σόλο. Mου έλεγε με νόημαΙf you blow your cookies in the first bar, then you have nowhere to go”».  
Την ίδια εποχή, ο Tommy ανακαλύπτει το glam rock. H σκηνική παρουσία του αρχίζει να γίνεται εξεζητημένη και με τη βοήθεια της Karen Ulibarri που του δανείζει δικά της ρούχα και του φτιάχνει άλλα, να φαντάζει: Λαμέ σακκάκια, ανταύγειες στα μαλλιά, μπότες με ογκώδη τακούνια, μεταξωτά φουλάρια. Η αλλαγή στις συνήθειές του είναι απότομη και πολυεπίπεδη.
«Οι ιδιοκτήτες των bar μας πλήρωναν με κοκαίνη. Κάναμε μια συναυλία την εβδομάδα και μας έδιναν 7-8 γραμμάρια. Μετά, ο Tommy κι εγώ πηγαίναμε στα σπίτια των υπόλοιπων και τη μοιράζαμε - η αλήθεια είναι ότι κρατάγαμε κάτι παραπάνω για τους δυό μας. Θυμάμαι μια φορά στο Cheyenne του Wyoming που κάναμε κι οι δύο. Έπεσε κάτω μπροστά μου κι άρχισε να έχει σπασμούς. Κόντεψε να μείνει. Όμως, ήμασταν ρομαντικοί και ανυποψίαστοι. Νομίζαμε ότι η ηρωίνη θα ήταν κι αυτή για διασκέδαση. Εκείνος ήταν 20 κι εγώ 21» - Stanley Sheldon.  
Οι ηχογραφήσεις των Energy δεν θα πάρουν ποτέ τη μορφή επίσημης κυκλοφορίας. Έχοντας αναπτύξει τεχνική ευχέρεια και προσωπικό ύφος, εξασκούμενος δε διαρκώς με διάφορους συμπαίκτες, ο Tommy είναι πλέον βέβαιος ότι στον πειραματισμό και το fusion είναι που βρίσκεται στο στοιχείο του. Αρχίζει να κινείται μεταξύ Νέας Υόρκης και Boulder, γράφει ο ίδιος δεκάδες σχεδόν ολοκληρωμένα τραγούδια και αναζητεί ένα σχήμα που να ταιριάζει στις φιλοδοξίες και τις ικανότητές του. Μέσα στο 1972 θα παίξει με δεκάδες μουσικούς παρτεναίρ φτιάχνοντας χάρις τις ικανότητες και την προσωπικότητά του αναγνωρίσιμο όνομα στους μουσικούς κύκλους.
Στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τον 29χρονο ντράμερ Billy Cobham, μέλος της ηλεκτρικής μπάντας fusion Mahavishnu Orchestra που έχει φτιάξει ο βρετανός κιθαρίστας John McLaughlin. Πίσω στο Boulder, o Joe Walsh δε θα διστάσει τσιμπήσει δύο από τους μουσικούς των Energy, τους Kenny Passareli και Tom Stephenson και να τους εντάξει στους Brainstorm.
Πιθανόν κινούμενος και από κάποιες τύψεις, λίγους μήνες μετά, καθώς έχει μπει το ’73, ο Walsh είναι αυτός που θα υποδείξει τον Bolin στους James Gang, σε αντικατάσταση του κιθαρίστα Domenic Troiano, ο οποίος, έχοντας αντικαταστήσει τον Walsh και κυκλοφορήσει ήδη όχι και τόσο πετυχημένους δύο δίσκους μαζί τους, αποφάσισε να προσχωρήσει στους Guess Who.
Με τον τραπεζικό λογαριασμό του διαρκώς άδειο, o Tommy δέχεται χωρίς πολλή σκέψη.
Στο στρατόπεδο των σκληρόηχων James Gang που θεωρούνται επιτυχημένοι ήδη από την εποχή του Walsh, αλλά όχι ακόμη super star, οι Roy Kenner (φωνητικά, φυσαρμόνικα, κρουστά), Dale Peters (μπάσο) και Jim Fox (τύμπανα) έχουν αμφιβολίες για το «αν ο Bolin μπορεί να παίξει hard rock». Όμως πριν την καν τελειώσει η πρώτη οντισιόν, ο Bolin έχει τη δουλειά στο τσεπάκι.
«Ήταν τρομερός. Κατευθείαν καταλάβαμε ότι είναι ο κατάλληλος. Θεαματικός κιθαρίστας. Σε προσωπικό επίπεδο ήταν ήσυχος, όμως γρήγορα διαπιστώσαμε την αποκρουστική του σχέση με τις ουσίες. Ξυπνούσε το πρωί και για να ξεκινήσει τη μέρα του κατάπινε μέχρι και 20 ασπιρίνες». – Dale Peters.
Το Μάρτιο του ’73 ηχογραφεί μαζί τους. Ο ρευστός, φευγαλέος του ήχος, ονειρικός στις ήπιες αποχρώσεις, φαντασμαγορικός στις εξάρσεις του, χρωματίζει ιδιαίτερα το έκτο τους στούντιο άλμπουμ, “Bang”.
Συγχρόνως, τους υπόλοιπους δύο μήνες της Άνοιξης του ’73 παίζει όλες τις κιθάρες στο άλμπουμ του σπουδαίου Billy Cobham, δίπλα σε μια ομάδα των κορυφαίων της fusiοn σκηνής, ανάμεσα στους οποίους οι Jan Hammer στα πλήκτρα, Leland Sklar και Ron Carter στο μπάσο. To “Spectrum” θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 1973 και θα μπει μέσα στο top-30 του Billboard, βοηθώντας να καθιερώσει το ύφος του fusion –αυτό που επικράτησε ως να αποκαλείται διεθνώς jazz/rock και θα κάνει γνωστό στον Bolin όχι μόνο στις τάξεις των μουσικών, αλλά και ενός ευρύτερου κοινού.
Γρήγορος, πυκνός, σε συνεχή μετεωρισμό, ο ήχος του είναι πολύ μπροστά τόσο από τα μονοκόμματα βαριά ροκ γκρουπ, όσο και από τους λεπτεπίλεπτους τζαζίστες που υποτιμούν την παραμόρφωση για χάρη της ηχητικής ευκρίνειας.
To κλείδωμα, δε, του, ήχου του με τα πλήκτρα του Jan Hammer συχνά οδηγούν τον ακροατή σε ιλιγγιώδη, απάτητα μονοπάτια.



Ο Τοmmy έχει φέρει στους James Gang αρκετά από τα κομμάτια που έγραφε μαζί με τον Jeff Cook, με τον οποίο παραμένει στενός φίλος και συνεργάτης. Ο Cook, που εξακολουθεί να μένει στο Denver βολοδέρνοντας σε τοπικά σχήματα, επικοινωνεί ατέλειωτες ώρες σε υπεραστικά τηλεφωνήματα με τον Tommy ανταλλάσσοντας ιδέες, στίχους και μελωδίες.
Όταν όμως το καλοκαίρι του ’74 το δεύτερο άλμπουμ του με τους James Gang – το “Miami”- αποτυγχάνει να ξεχωρίσει, παρά το εκλεπτυσμένο υλικό του, το κλίμα μέσα στο συγκρότημα μεταστρέφεται σε βάρος του. Δεν ευθύνεται όμως τόσο η μουσική του συνεισφορά.



H σχέση του Tommy με την ηρωίνη μέσα σε δύο-τρία χρόνια έχει αποκτήσει διαστάσεις εξάρτησης. Η επιθυμία του να ζεί κάθε μέρα σα νά’ ναι η τελευταία, ασφαλώς και την ενισχύει. Με το που ξεκινά η περιοδεία με τους James Gang, κάθε φορά που δεν μπορεί να βρει κατάλληλη δόση η απόδοσή του είναι κακή. Στα τέλη Αυγούστου του ’74, αφού έχει γίνει ξεκάθαρο ότι οδηγεί τις εμφανίσεις της μπάντας στο γκρεμό, του ανακοινώνουν ότι θα αντικατασταθεί. Η ανάγκη του για να «ταίσει το τέρας» είναι επιτακτική καθώς οι ποσότητες που χρειάζεται καθημερινά όλο και ανεβαίνουν.
Στο Boulder, κάθε φορά που φεύγει για περιοδεία αναρωτιούνται αν θα καταφέρει να επιστρέψει. Θα περάσει μερικούς μήνες στην πόλη προσπαθώντας, για μια ακόμη φορά να βρει τους κατάλληλους μουσικούς για να φτιάξει τη δική του μπάντα, όμως δεν τα καταφέρνει. Φεύγει για το Los Angeles, όπου, μετά το τέλος των ‘60s, έχει αρχίσει να ανθεί ο ήχος της Καλιφόρνια. Δε θα χρειαστεί να περιμένει πολύ.
Εμπνευσμένος, όπως πολλοί, από την επιτυχία του “Spectrum” και επιθυμώντας να καταθέσει τη δική του jazz/fusion πρόταση, ο Alphonse Mouzon, ντράμερ στην πρώτη σύνθεση των Weather Report και συνεργάτης του κιθαρίστα Larry Coryell, προτείνει στον Bolin να παίξει και στο δικό του album, Αυτή τη φορά θα μοιραστεί τις κιθάρες μ΄έναν άλλον νεαρό ανερχόμενο στην fusion σκηνή, τον Lee Ritenour. Οι ηχογραφήσεις θα ολοκληρωθούν στο στούντιο Wally Heider στο San Francisco, το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου του ’74. Το “Mind Transplant”, έξυπνο και γεμάτο ενέργεια θα θεωρηθεί επίσης ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά άλμπουμ του fusion.



Οι προσφορές για συμμετοχή σε ηχογραφήσεις τρίτων έρχονται η μία πίσω ή και μαζί με την άλλη. Ο Bolin συμμετέχει σε ηχογραφήσεις με τη μπάντα του Dr. John στο Miami -τελικά δε θα χρησιμοποιηθούν στο δίσκο “Desitively Bonaroo”- ενώ την ίδια περίοδο οι Moxy, μια καναδέζικη hard rock μπάντα που ηχογραφεί στο τον πρώτο της δίσκο –ένα σκληροκόκκαλο υλικό κράμα Zeppelin και Cactus- αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα. Ο κιθαρίστας τους, Earl Johnson, τα έχει σπάσει με τον παραγωγό χωρίς να έχει προλάβει ακόμη να ηχογραφήσει τα σόλο. Ο μάνατζέρ τους Roland Paquin, που γνωρίζει τον Bolin καθώς οργάνωνε τις περιοδείες των James Gang, μαθαίνει ότι βρίσκεται στην περιοχή και τον καλεί να σώσει την κατάσταση. Ακόμη και σε ημιτελή δουλειά άλλων, ο Bolin, με την άνεση για την οποία έχει αρχίσει να γίνεται διάσημος, μπαίνει στο στούντιο και γράφει εκπληκτικά σόλο σε έξι από τα οκτώ κομμάτια ενός δίσκου που θα γίνει για τους Moxy ο θεμέλιος λίθος της καριέρας τους.
«Το έκανε χωρίς καν να το σκεφτεί. Ιδίως μόλις του είπαν ότι είναι πρόθυμοι να τον πληρώσουν με κοκαίνη» - Johnnie Bolin.



Όμως το σημαντικότερο νέο έρχεται την Άνοιξη του 1975, όταν επιτέλους, του προσφέρεται για πρώτη φορά, αυτό που τόσο καιρό επιθυμούσε, ένα προσωπικό δισκογραφικό συμβόλαιο. Θέλει για πρώτη φωνή τον Mike Finnigan που έχει ηχογραφήσει με τον Hendrix και έχει περιοδεύσει με τον Joe Cocker και στα πλήκτρα, αλλά δεν τα καταφέρνει και καταλήγει να κάνει όλα τα φωνητικά μόνος του. Όμως, χάρις στη σπάνια δεξιοτεχνία του, την ευπροσαρμοστικότητά του και τον ανοιχτό του χαρακτήρα, δε δυσκολεύεται να προσελκύσει μια τρομερή ομάδα από φτασμένους session μουσικούς, που βρίσκουν το σχέδιο ενδιαφέρον.
Jan Hammer και David Foster στα συνθεσάϊζερ, David Sanborn στο σαξόφωνο, Stanley Sheldon στο μπάσο, Jeff Porcaro τύμπανα, μέχρι κι ο περαστικός Phil Collins πρόσθεσε κρουστά σε ένα κομμάτι.



Οι ηχογραφήσεις προχωρούν, όταν, ξαφνικά, τον Ιούνιο του ’75, φτάνει στον Bolin η πρόσκληση των Deep Purple για να περάσει από ακρόαση.
Με τη αποχώρηση του Ritchie Blackmore να έχει ατύπως προαναγγελθεί περίπου έξι μήνες πριν, η Άνοιξη του ’75 έχει βρει τους Deep Purple στο τέλος μιας οκταετούς πορείας με τεράστιες επιτυχίες. Με τους «καινούριους», David Coverdale και Glenn Hughes να πρέπει να προσθέσουν έναν τρίτο, ώστε με τους δύο παλιούς (John Lord και Ian Paice) να μπορούν να αξιοποιήσουν τη φίρμα Deep Purple, η αναζήτηση κάποιου που θα μπορούσε να σταθεί στη θέση του “Man In Black” έμοιαζε καταδικασμένη σε αποτυχία. Υπερίσχυσε ξεκάθαρα ο εθισμός των δύο καινούριων στη διασημότητα.
Ο Coverdale αναφέρει στον John Lord ότι «στο προσωπικό του άλμπουμ» θέλει να δουλέψει με τους μουσικούς που ξέρει καλύτερα. Ο πριν μόλις δυόμισυ χρόνια πωλητής παπουτσιών στο άσημο χωριό Redcar δεν έχει δεύτερη σκέψη στο να πάρει τα ηνία του συγκροτήματος στο οποίο πριν δύο χρόνια μπήκε σαν rookie από το πουθενά και να το οδηγήσει μπροστά.
Συναντιέται με τον Lord και «μετά από πολλή τεκίλα» τον πείθει ότι αυτός ο εντυπωσιακός αμερικάνος που παίζει στο “Spectrum” του Billy Cobham, για τον οποίο όλοι μιλoύν, «είναι ο κατάλληλος». Ψάχνουν να τον βρουν για να ανακαλύψουν ότι βρίσκεται στο Los Angeles και μένει σε απόσταση περιπάτου από το σπίτι του Coverdale στο Malibu. Η οντισιόν προγραμματίστηκε για τα Pirate Sound Studios του Hollywood, εκείνο το ζεστό απόγευμα Ιουνίου του 1975.  
«Όταν έφτασα εκεί, διαπίστωσα ότι τα πεντάλια μου είχαν χαλάσει. Η κιθάρα μου θ’ ακουγόταν πολύ αδύναμη χωρίς αυτά. Μου είπαν “άρχισε παίζεις και ό,τι γίνει”. Για να δω σε τί επίπεδο βρίσκονταν, άρχισα με κάτι πολύ funky και τό’ πιασαν αμέσως. Δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο καλοί. Στα μισά του πρώτου τραγουδιού το είχα καταλάβει. Με ήθελαν στο συγκρότημα».
 «Ήταν οπτικά συναρπαστικός, εξωτικός. Κάπως περισσότερο φανταχτερός απ’ όσο όλοι περιμέναμε, ένα όμορφο αγόρι ντυμένο κάπως σαν κορίτσι. Όταν όμως κούμπωσε την κιθάρα του στον πρώτο κατοστάρη Marshall που βρήκε μπροστά του, έβαλε κατευθείαν τη δουλειά στο τσεπάκι του» - David Coverdale.
«Είχε τέτοια ενέργεια που πραγματικά, κατάφερε μόνος του να δώσει το φιλί της ζωής στο ψοφάλογο που –ας πούμε την αλήθεια- ήταν τότε οι Deep Purple»- John Lord.
«Καταλάβαμε αμέσως ότι ήταν αυτό που ζητούσαμε, μετά τα δύο πρώτα λεπτά. Τελείως διαφορετικός από τον Blackmore. Είχε δικό του τόνο, αυτοκυριαρχία, κομπασμό, μαγκιά. Πέσ’το έπαρση, θράσος, star quality, εκκεντρικότητα, προσωπικότητα, πέσ’το όπως θέλεις. Τα είχε όλα, με το παραπάνω» - Glenn Hughes. 
Αυτός που αυτόματα νιώθει οικείος με τον Tommy είναι ο Glenn Hughes, μάλιστα για μερικές εβδομάδες τον φιλοξενεί στο σπίτι του στο Los Angeles. Δε μοιράζονται μόνο μουσικά γούστα, αλλά και την αδυναμία στην άσπρη σκόνη.
Ο Hughes, που μέχρι να μπει στους Purple περιφρονούσε ο,τιδήποτε μπορούσε να χαλάσει την επί σκηνής απόδοσή του, τα τελευταία δύο χρόνια έχει εξελιχθεί σ΄έναν συστηματικό χρήστη. Και αυτός, το κρύβει με κάθε τρόπο από τους υπόλοιπους Purple, καθώς «το τί παίρνει κανείς είναι προσωπική υπόθεση». Το να παίρνεις ναρκωτικά φανερά, έξω από τον κύκλο των μυημένων «δείχνει αδυναμία». Σύντομα, οι δυό τους θα σνιφάρουν κοκαίνη από τις σχισμές του κορμιού των στρίππερ του Los Angeles.



«Για όνομα του Θεού. Ήμασταν μουσικοί στην Καλιφόρνια στη μέση της δεκαετίας του ’70. Τί θα κάναμε; Θα πίναμε γάλα; Για όσους από εμάς πάντως δεν είχαμε σχέση με τα σκληρά ναρκωτικά, δεν ήταν δυνατό να αντιληφθούμε το πρόβλημα που είχε ο Tommy» - John Lord.
O Tommy Bolin στην πραγματικότητα δεν ήθελε πια να ενταχθεί στην μπάντα κανενός, είχε αποφασίσει να έχει εκείνος τον έλεγχο και να κυκλοφορεί τη μουσική του όπως ήθελε να παίζεται. Όμως η οικονομική του κατάσταση και το «θέμα» του, το οποίο, κατά τη συνήθη πρακτική ακόμη και διάσημων χρηστών, το μοιραζόταν μόνο με ομοιοπαθείς και προμηθευτές, απαιτούσε καθημερινά υπέρογκα ποσά για να τραφεί. Το στοιχείο αυτό ήταν που έγειρε την πλάστιγγα στην απόφασή του.
Αυτοπεποίθηση δεν του έλειπε, ήξερε δε ν’ αναγνωρίζει τους ικανούς μουσικούς συμπαίκτες και η αγάπη του για το παίξιμο πάντα υπερίσχυε. Ωστόσο ήξερε καλά ότι μπαίνοντας σε ένα αναγνωρισμένο heavy rock σχήμα με ακροατήριο μαθημένο να περιμένει συγκεκριμένα μουσικά δεδομένα, ήταν το δυσκολώτερο στοίχημα στην μέχρι τότε πορεία του.
Η αλήθεια είναι ότι με τον προσωπικό του δίσκο, που παίρνει τον τίτλο “Teaser” σχεδόν έτοιμο να ολοκληρωθεί, ο Bolin υποχρεώνεται να βάλει τα προσωπικά του σχέδια σε αναστολή. Το συμβόλαιό του με τους Purple προβλέπει «αποχή από ανταγωνιστική καλλιτεχνική δραστηριότητα», κάτι που σημαίνει ότι ο πρώτος προσωπικός του δίσκος που με τόση ζέση επιδίωκε, θα κυκλοφορούσε στην αγορά χωρίς να μπορεί να τον υποστηρίξει περιοδεύοντας. Υπάρχει βέβαια και ο μάνατζέρ του, Barry Fey, ο άνθρωπος που τον πρωτοέβαλε στο σανίδι του “Family Dog”. Ένα σκληρό καρύδι, μπράβος στην κοψιά του Peter Grant των Zeppelin. Ο «πελάτης του» δε θα έμπαινε εύκολα στο πίσω κάθισμα. Επιβάλλει, σ΄ένα μπρα ντε φερ –πιθανόν και με δόση κυριολεξίας- με το μάνατζμεντ των Purple στην επερχόμενη περιοδεία να παίζουν κάθε βράδυ κι από ένα ως και τρία από τα καινούρια κομμάτια του «πελάτη του».
Me τα επιχειρηματικά ζητήματα να έχουν διευθετηθεί, ο Tommy Bolin που ανήκει πλέον στους Purple προσγειώνεται αρχές Αυγούστου του ’75 στα Musicland Studios τoυ Μονάχου, για να γράψει μαζί τους το καινούριο υλικό. Εκεί, για πρώτη φορά, στο ελεγχόμενο περιβάλλον του στούντιο, όπου υπάρχει αυστηρό πρόγραμμα και απαιτείται συγκέντρωση, Lord, Paice και Coverdale ανακαλύπτουν το πρόβλημα.
Ο Tommy έχει αποθηκεύσει κρυφά μια τεράστια τσάντα με κοκαίνη που έχει ζητήσει να του στείλουν στο Μόναχο από το Boulder. Ο Hughes, στον οποίο ήδη έχουν τοποθετήσει σωματοφύλακα για να τον προσέχει, την ανακαλύπτει και ενώ ο Tommy βρίσκεται στο στούντιο, εκείνος τρυπώνει κρυφά στο δωμάτιο και κλέβει μερικά γραμμάρια. Μια σειρά από εκρήξεις βιαιότητας του Hughes ακολουθούν, η αιτία αποκαλύπτεται και ο μπασίστας πακετάρεται άρον – άρον πίσω στην Αγγλία για ν’ ακολουθήσει ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο εκείνη την εποχή είναι στην ουσία η συνταγογραφημένη χορήγηση ισχυρότατων βαρβιτουρικών.
Oι ηχογραφήσεις των Purple στο Μόναχο αποδίδουν υλικό που έχει εντελώς ξεχωριστό χρώμα.


Ο Bolin γράφει με τον Coverdale το δυνατό blues “Drifter” (τα βασικά στοιχεία του οποίου θα αποτελέσουν τη φόρμα που ο τελευταίος θα αξιοποιήσει λίγα χρόνια αργότερα στους Whitesnake), τα απολαυστικώς ηδυπαθή “I Need Love” και “Love Child” και εισφέρει τη μουσική από ένα κομμάτι που έχει γράψει ο Jeff Cook, το οποίο οποίο ο Coverdale ονομάζει “Lady Luck”.
Με τον στενό του φίλο Glenn Hughes –πριν ο τελευταίος πάθει την κρίση- το εξωστρεφές funk “Getting Tighter”, ενώ στο σκοτεινό, γεμάτο slide “The Dealer” τραγουδάει κι ο ίδιος μια στροφή, αφού ο φίλος του βρίσκεται ήδη χαπακωμένος στην Αγγλία.
Η instrumental σύνθεσή του "Owed to G" είναι ένας φόρος τιμής στον αγαπημένο του George Gershwin.
Ενωμένη στο τέλος του σπαρακτικού “This Time Around” που έχει γράψει ο Hughes με τον Lord στο πιάνο και στρατηγικά τοποθετημένο πριν το τελευταίο κομμάτι του δίσκου (“You Keep On Moving”, μια συνεργασία των Coverdale και Hughes που ο Blackmοre είχε αρνηθεί να βάλει στο “Burn”), προσδίδει στη δεύτερη πλευρά μια απογειωτική διάσταση.
Η κιθάρα, γεμάτη μικρές ατμόσφαιρες, λυγμικούς υπαινιγμούς και γρήγορα σπριντ διαποτίζει το δίσκο απ’ άκρη σ’ άκρη, σαν το αλλούτερο συστατικό ενός ηχητικού κοκταίηλ που αποστασιοποιείται από τη όξινη γεύση των παλιώτερων άλμπουμ, έχοντας όμως χωρίς αμφιβολία κι αυτό τη δική του διεισδυτικότητα στις αισθήσεις. Πρόκειται για μια εντελώς άλλη γεύση, την οποία ο Tommy θα σφραγίσει δίνοντάς της το όνομα του δίσκου.
 «(…) Μισή ώρα μετά το ξεκίνημα της πρόβας, σηκώθηκα να πιω κάτι και τους είδα να συζητούν μεταξύ τους. Ο John, που ξέρει ό,τι τραγούδι υπάρχει και δεν υπάρχει, άρχισε να παίζει το τραγούδι από το θεατρικό του Broadway, το “Καμπαρέ”, που λέει σε μια στροφή “Come taste the winecome see the band”. Mεθυσμένος καθώς ήμουν κι εγώ, άρχισα να τραγουδάω κατά λάθος “Come see the band, come taste the band”. Έτσο προέκυψε κι ο τίτλος. Από ένα μεθυσμένο δικό μου λάθος».
Το "Come Taste the Band", σημειώνει αντιφατικές κριτικές κατά την κυκλοφορία του τέλη Οκτωβρίου του ‘75, με αποτέλεσμα να έχει τη χαμηλώτερη δισκογραφική τους επίδοση στα τσαρτ Βρετανίας και Αμερικής (UK#19, 29/11/75 και US#43, 1/0/75 – κάτι περισσότερο από 100.000 κόπιες). Mε την περιοδεία των Purple να έχει ήδη ξεκινήσει, η προώθηση της WEA –της εταιρίας τους στην Αμερική- επισκιάζει το “Teaser” (US#96, 7/2/76) που κυκλοφορεί από την μικρή Nemperor Records. Έχει κυκλοφορήσει δυό βδομάδες μετά το "Come Taste the Band" (17/11/75) και στις μεγάλες αγορές, ιδίως των Η.Π.Α. θα φέρει κι ένα αυτοκόλλητο που θα ενημερώνει ότι πρόκειται για τον «καινούριο κιθαρίστα των Deep Purple».  
Το υλικό καθεαυτό δεν έχει καμία σχέση με το εμπορικό του αντίκρυσμα. Πρόκειται για μια πλούσια σε διαθέσεις, καλλιτεχνική κυκλοφορία, στην οποία η ευαίσθητη φωνή και η ρέουσα, ιδιότροπη κιθάρα του Bolin εξαίρονται από το εκπληκτικό παίξιμο των μουσικών πρώτης κλάσης που εθελούσια έχουν συμπράξει μαζί του. Ξεκινά με το παιγνιώδες "The Grind" συνεχίζει με το funk-rock του "Homeward Strut", ένα instrumental που στέκεται άνετα δίπλα σε ο,τιδήποτε από το “Blow By Blow” του Jeff Beck, ενώ η συναισθηματικά φορτισμένη μπαλλάντα "Dreamer" –με την εντυπωσιακή κιθαριστική κορύφωση και μια στροφή τραγουδισμένη από τον Glenn Hughes- μιλάει κατευθείαν μέσα από την καρδιά του ευάλωτου, αποξενωμένου αλλά πάντα γραπωμένου από το όνειρο Τommy:
Dreamer I know what you're thinkin',
I can see it in your face.
Maybe before you were happy,
But now your thoughts aren't of this place.

So take the train today and don't look back again.
Live the dreams you have, don't dwell on what has been.
Your future's brighter now, there's brighter days ahead.
Any sad farewell words, better left unsaid



Kάθε τραγούδι του “Teaser”, ένα μικρό κομψοτέχνημα. Το με λάτιν χρώμα "Savannah Woman", το Henrixοειδές ομώνυμο με την αφθονία σε slide, το reggae/soul πείραμα του "People, People" (με σαξόφωνο από τον David Sanborn), το ατίθασο instrumental fusion "Marching Powder", το με αυθεντικό hard blues πόνο "Wild Dogs" ή το αιθέριο "Lotus", που παίζει ανάμεσα στα πιο γερά ακόρντα και την πιο εύθραυστη φωνητική του ερμηνεία.
Η περιοδεία των Deep Purple ξεκινά το Νοέμβριο υπό άριστες προοπτικές από το International Center της Honolulu, για ν’ ακολουθήσουν δύο συναυλίες στη Νέα Ζηλανδία και επτά στην Αυστραλία. Ο Tommy δίνει τον καλύτερο εαυτό του και κερδίζει το -η αλήθεια είναι περισσότερο πεινασμένο από απαιτητικό- κοινό, ενώ όλη η μπάντα σφύζει από ενέργεια. Το σετ ξεκινά με το “Burn” περιλαμβάνει 5 από τα καινούρια και τα “Stormbringer”, “Smoke On The Water” (το οποίο παίζει με πέμπτες και όχι με ακόρντα), «Space Truckin’», “Lazy” συν κάποιες διασκευές και το “Highway Star” για encore. Στις 4 και 5 Δεκεμβρίου όμως, στην Τζακάρτα της Ινδονησίας, έρχεται η καταστροφή. Μετά την πρώτη εμφάνιση σε ένα γεμάτο ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπου η αστυνομία δέρνει το κοινό και ντόπερμαν εξαπολύονται και τραυματίζουν τουλάχιστον 200 άτομα, ο τοπικός διοργανωτής αρνείται να πληρώσει αμοιβή ανάλογη με την προσέλευση, προκαλείται σύρραξη και ο προσωπικός «βοηθός» του Tommy, Patsy Collins πετιέται από τοπικούς μαφιόζους στον ακάλυπτο του ανελκυστήρα και σκοτώνεται.
Σε απόλυτη σύμπραξη μαζί τους, η αστυνομία συλλαμβάνει τον μαστουρωμένο Glenn Hughes και αφαιρεί τα διαβατήρια από ολόκληρη την κουστωδία των Purple, ζητώντας παραπάνω χρήματα κι από τη συμφωνημένη αμοιβή, για να τα επιστρέψει. Καταφέρνουν να διαφύγουν ένας θεός ξέρει πώς. Το βάπτισμα του Tommy Bolin στη ζωή ενός ροκ γκρουπ με παγκόσμια φήμη είναι, από κάθε άποψη, τραγικό.
Το πράγμα γίνεται ακόμη χειρότερο 8 με 15 Δεκεμβρίου, σ΄ έναν συναυλιακό τόπο που έχει αγκαλιάσει τους Purple από τα πρώτα τους χρόνια. Στην Ιαπωνία, όπου υπάρχει αυστηρότατος έλεγχος για την εισαγωγή ναρκωτικών.
O Bolin βρίσκει με χίλιες δυσκολίες να σουτάρει, όμως μια σκάρτη δόση μορφίνης προκαλεί παράλυση στο δεξί του χέρι.
«Κοιμήθηκα πάνω στο χέρι μου και πιάστηκε κάποιο νεύρο», δικαιολογείται, την ώρα που Coverdale, Lord και Paice αντιλαμβάνονται ότι το πράγμα είναι πολύ σοβαρό. Πάνω στη σκηνή μετά βίας μπορεί να παίξει ακκόρντα και σόλο ούτε λόγος. Στην δε τελευταία τους συναυλία στο Budokan, δεν μπορεί να παίξει καθόλου και αναλαμβάνει το δυσβάσταχτο έργο ο John Lord να τον καλύπτει με τα πλήκτρα του. Το θλιβερό ντοκουμέντο θα ηχογραφηθεί ανεπίσημα και θα κυκλοφορήσει το ’77 με τίτλο “Last Concert in Japan”.




Το σύντομο διάλειμμα για τα Χριστούγεννα δεν κάνει και πολλά για τον σοκαρισμένο, γεμάτο άγχος και ανασφάλεια Tommy.
Οι 33 εμφανίσεις που ακολουθούν στην Αμερική θα είναι ή του ύψους ή του βάθους, ανάλογα με το σε ποιά κατάσταση ο ίδιος βρίσκεται. Ο ιδρώτας τρέχει από το πρόσωπό του, πασχίζει, αγκομαχά. Άλλοτε, σπανιώτερα όμως, η απόδοσή του είναι εντυπωσιακή κι ο ίδιος είναι όλο χαμόγελα. Το κοινό τις περισσότερες φορές εισπράττει το καινούριο υλικό μουδιασμένο, επιφυλακτικό. Με τον Glenn Hughes εκτός ελέγχου, τον Tommy ασταθή, τον γενειοφόρο και κάπως πλαδαρό Coverdale στο δικό του κόσμο, η περιοδεία γίνεται για όλους ένα αργό βασανιστήριο που θα κορυφωθεί στις τελευταίες τους πέντε εμφανίσεις στη Βρετανία. «Ποιός είν΄αυτός ο γιάνκης που χαλάει τον ήχο της αγαπημένης μου μπάντας μονολογούν οι σκληροπυρηνικοί, βλέποντας τον Bolin να παραπαίει.
«Το κοινό φώναζε “πού είναι ο Ritchie;” και γιουχάριζε. Ο Tommy στην αρχή αδιαφόρησε, όμως στη συνέχεια αυτή τη στάση τον τσάκισε. Οι μουσικοί δημοσιογράφοι, προσκεκλημένοι στην πρώτη από τις δύο εμφανίσεις στο Wembley, υπήρξαν ανελέητοι μαζί μας. Ήταν αδύνατο να περιμένει κανείς από έναν νεαρό μουσικό να γνωρίζει πώς θα αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση. Στο τέλος αδιαφόρησε προκλητικά κι άρχισε να παίζει χάλια επίτηδες» - Glenn Hughes.
«Η τελευταία μας συναυλία στο Empire του Liverpool ήταν τραγική. Το κοινό του Liverpool ήταν πάντα ευγενικό μαζί μας, θα μπορούσαν να μας είχαν διώξει με τα γιούχα από τη σκηνή. Στα παρασκήνια μετά το τέλος, ο David είχε ξεσπάσει σε κλάματα και μου είπε ότι φεύγει από το συγκρότημα Το ίδιο μου είπε κι ο πιο ψύχραιμος Ian. Ο Glenn ήταν ως συνήθως στον κόσμο του» - John Lord.  
Ήταν 15 Mαρτίου 1976. H ευρωπαϊκή περιοδεία όπως είναι φυσικό ματαιώνεται. Oι Deep Purple δεν υπάρχουν πια.
Τα πάντα, δε, ανάμεσα στους πέντε τους έχουν αλλάξει. Ο John Lord έχει γίνει ζευγάρι με την Vickie Gibbs, την παραμελημένη φιλενάδα του Glenn Hughes. O Ian Paice τα φτιάχνει με τη δίδυμη αδερφή της, Jackie. Όσο για την Karen Ulibarri, την εντυπωσιακή, κατά Coverdale «Χαβανέζα», μαζί με την οποία είχε εμφανιστεί στην οντισιόν των Deep Purple τον Ιούνιο του ’75, έχει γίνει –και ξεγίνει, πολλές φορές- ζευγάρι με τον Glenn Hughes. Το ακαριαίο δέσιμο που συνέδεσε από την πρώτη στιγμή Bolin και Hughes δεν υπάρχει πια, ούτε αυτό.
Ούτως ή άλλως, ο Tommy δεν έβλεπε την ώρα να απομακρυνθεί από τους Deep Purple. Ανακουφισμένος, αλλά με την εξάρτηση καθημερινή βαριά σκιά του, το Μάϊο του ’76 ο Tommy επιστρέφει στην Καλιφόρνια. Επιλέγει τους μουσικούς που θα συγκροτήσουν την Tommy Bolin Band. Διαλεγμένοι με βάση τα χιλιόμετρα που έχει γράψει μαζί τους στα διάφορα στούντιο και στο δρόμο, είναι ένας κι ένας. Ο Mark Stein από τους Vanilla Fudge στα πλήκτρα, η Norma Jean Bell από τη μπάντα του Frank Zappa στο σαξόφωνο, ο Reggie McBride στο μπάσο, ο Narada Michael Walden στα τύμπανα, που έχει αντικαταστήσει τον Billy Cobham στους Mahavishnu Orchestra του John McLaughlin κι έχει μόλις ηχογραφήσει με τον Jeff Beck το πλατινένιο “Wired”.
Σύντομα θα ξεκινήσουν τις ζωντανές εμφανίσεις. Η αστάθεια του Tommy, μία μέρα σε εκπληκτική φόρμα, την επόμενη ανίσχυρος, ισοπεδωμένος, άφαντος, θα κάνει τους μουσικούς να αγανακτούν και να τον εγκαταλείπουν.
Και δεν είναι ο μόνος που τον εγκαταλείπει. Το Μάϊο του ’76 ο Tommy ανεβαίνει με τη μπάντα στο σανίδι του “Bottom Line” στο Manhattan, σε ένα live επίδειξης για τους ανθρώπους της δισκογραφικής. Φανερά υπό την επήρεια διάφορων ουσιών, παίζει άσχημα και κοντεύει να καταρρεύσει πάνω στη σκηνή. Tότε είναι που η Karen του δηλώνει ότι τον αφήνει οριστικά.
Με τη σειρά του, ο ντράμερ Narada Michael Walden δηλώνει αηδιασμένος ότι «παραιτείται». Και ο Nat Weiss, επικεφαλής της Nemperor Records συμβουλεύει τον μάνατζερ Barry Fey, «για το καλό του πελάτη σου, ψάξε γι’ άλλη εταιρία».
O Fey, έμπειρος στα κόλπα, θα κατορθώσει ωστόσο να προσελκύσει την Columbia. Ο Tommy έχει μια δεύτερη, πολύτιμη ευκαιρία, στην ουσία την πρώτη με μια μεγάλη εταιρία να τον στηρίζει ως πρώτο όνομα. Τα φτιάχνει για μερικές εβδομάδες με την Linda Blair, την νεαρή που έπαιξε στο διαβόητο φιλμ «Ο Εξορκιστής» και γράφει γι’ αυτήν ένα κομμάτι με τίτλο “Shake The Devil”. Προσπαθώντας να μη σκέφτεται ότι η Karen δεν είναι πια κοντά του, αλλά με τον πρώην στενό του φίλο, Glenn Hughes, κάνει σχέση με τη νεαρή Valoria Monzeglio, μια Ελβετίδα φαν που έχει γνωρίσει σε μια συναυλία.


Όμως ο εθισμός καθορίζει κάθε του μέρα. Τον Ιούνιο, ο πιανίστας Mark Stein αποχωρεί απηυδισμένος από τον μάνατζερ, που ενώ υπόσχεται ότι θα βοηθήσει τον Tommy να «καθαρίσει», στην ουσία είναι εκεί για να του εξασφαλίζει τα ναρκωτικά που χρειάζεται.
Κατά μικρά διαστήματα διαστήματα ο Tommy κόβει την ηρωίνη, όχι όμως την κοκαίνη και το αλκοόλ.
«Τον έβλεπα λιώμα συνέχεια. Έπαιρνε ό,τι του έδιναν. Quaaludes, κοκαίνη, ποτό» - Carmine Appice.
Στα Cherokee Studios του L.A. ηχογραφεί το δεύτερό του άλμπουμ, με τη βοήθεια επίλεκτων session μουσικών και παραγωγό τον Dennis McKay, τον ηχολήπτη των Return To Forever του Chick Corea και παραγωγό των Gong, που έχει γνωρίσει ήδη από την ηχογράφηση του “Teaser”. Παρά το ότι ηχογραφείται μέσα σε μόλις οκτώ ημέρες, το άλμπουμ που θα πάρει τον τίτλο “Private Eyes” έχει καλύτερο ήχο και ενορχήστρωση από το πρώτο.
Βασίζεται σε κομμάτια που έχει συνθέσει με τον Jeff Cook, ανάμεσα στα οποία το μεθυστικό "Sweet Burgundy”, το reggae/funk “Shake the Devil" (με εκπληκτικό χρώμα σε κιθάρα και σαξόφωνο από την Norma Bell), το απαλό σα μετάξι "Gypsy Soul” και το σκοτεινό “Ηello Again ”. Πάνω απ’ όλα, το κομμάτι που θα διαλέξει ο ίδιος να γίνει υπογραφή του, αυτό στο οποίο πάνω στη σκηνή αφήνεται σε μια μουσική περιδίνιση απ’ ό,τι του αρέσει, το "Post Toastee".
Ένα κομμάτι το οποίο κάθε βράδυ, στην The Private Eyes tour που ξεκινά πριν την κυκλοφορία του δίσκου, στις 16 Ιουλίου του ’76 από το Civic Auditorium του Albuquerque, μοιάζει με ένα γράμμα κλεισμένο σε μπουκάλι και πεταγμένο στον ωκεανό. Ένα γράμμα που κραυγάζει απεγνωσμένα για βοήθεια. Συμβουλή, προειδοποίηση, γραμμένη σε πρωτοδεύτερο πρόσωπο, από τον εαυτό σε κίνδυνο προς τον εαυτό ηδονιστή, που έχει μεταμορφωθεί σε δυνάστη και στη συνέχεια σε υποχείριο ενός αόρατου δαίμονα. Ειπωμένη την ίδια στιγμή που ο πρώτος γνωρίζει ότι ο δεύτερος θα την καταγελάσει.
“Well my mind has been overflowin' - 'bout some things that don't seem right
And my gun is cocked and loaded - I hope I get me some sleep tonight

Well I don't know what went wrong - It seems like nuthin' is right
Well I don't know what went wrong - I hope I get me some sleep tonight

So take it nice and easy - Leave the coals in the pit
Don't let your mind post-toastee - Like a lot of my friends did

Just keep me out of L.A. - Things are crazy out there.
From people that I been meetin' - Seems I got to beware”.


Mόνος με την εξάρτηση, περικυλωμένος από πλήθος χρηστών, αχρήστων και χρησιμοθήρων, παίζει support σε Rush και ZZ Top, ενώ μετά από μια ακολουθία από ολονύχτια μεθύσια χάνει τη φωνή του και κάποιες εμφανίσεις ακυρώνονται.
Στα ντραμς έρχεται ο τρία χρόνια μικρότερος αδελφός του Johnnie –περισσότερο για να τον προσέχει-και στο μπάσο άλλος ένας βιρτουόζος του fusion, o Jimmy Haslip των Yellowjackets.
Όσο κι αν το υλικό του ελκύει νέους συνοδοιπόρους, όσο κι αν η εταιρική του πραγματικότητα δείχνει αυτή τη στιγμή πιο υποσχόμενη από ποτέ, ο Tommy έχει αρχίσει να βλέπει ότι δεν μπορεί πια να το ελέγξει, αλλά ότι τον κατέχει, τον κατευθύνει και τον διατρέχει «εκείνο». Το ίδιο που τον κάνει να σταθεί στα πόδια του είναι αυτό που τον εξοντώνει.
Στις 29 Αυγούστου του ’76 σε φεστιβάλ που διοργανώνει η εταιρία του Barry Fey στο Mile High Stadium του Denver –το Feyline's Summer of '76- ο Tommy συναντιέται με τον παλιόφιλό του από τους Energy, Stanley Sheldon.
Παίζει πλέον μπάσο με τον Peter Frampton, ο οποίος είναι o headliner του φεστιβάλ, καθώς έχει κυκλοφορήσει το κορυφαίο άλμπουμ της χρονιάς, Νο 1 επί μήνες στη σειρά, το “Frampton Comes Alive”. Έχοντας διαπιστώσει τη λατρεία του κοινού για τον Frampton και συναισθανόμενος πού θα μπορούσε να είχε φτάσει αν δεν τον κατέτρωγε το stuff, ο Tommy πέφτει στην αγκαλιά του Sheldon και ξεσπάει σε λυγμούς.



Το "Private Eyes" κυκλοφορεί το Σεπτέμβριο του ‘76, κι ενώ η περιοδεία συνεχίζεται κατορθώνει να μπει κι αυτό χαμηλά στο top-200 (US#98, 23/10/76). Λίγες μέρες αργότερα, στο Los Angeles, σε αβάν πρεμιέρ της ταινίας των Led Zeppelin “The Song Remains The Same”, Bolin και Hughes θα βρεθούν μαζί. Μάρτυρες θα τους δουν να τελειώνουν τη βραδιά μέσα σε γρονθοπατινάδα στο φουαγιέ του Beverly Hilton Hotel. Είναι η τελευταία φορά που θα συναντήσει ο ένας τον άλλον.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, Hughes και Ulibarri θα αρχίσουν τις δημόσιες εμφανίσεις τους μαζί. Έναν χρόνο αργότερα θα παντρευτούν και θα μείνουν μαζί μέχρι το 1985, στα πιο σκοτεινά χρόνια που θα περάσει ο Hughes, παλεύοντας κι αυτός με τον εθισμό σε διάφορες ουσίες.
Έχει φτάσει Νοέμβριος, για να πάρει ο Tommy δύο βδομάδες off, μετά από μια εμφάνιση στη γενέτειρά του, Sioux City, όπου ολόκληρη η οικογένεια Bolin, γονείς, αδέλφια, συγγενείς και φίλοι, γιορτάζουν την επιστροφή του ασώτου της ροκ σταρ.
Όλοι οι μουσικοί παίρνουν άδεια για τις μέρες των Ευχαριστιών και δίνουν ραντεβού αρχές Δεκέμβρη, όταν και ξεκινά μια περιοδεία support στον Jeff Beck. O Τommy περνά δύο εβδομάδες στη θαλπωρή του πατρικού του.
Τα βράδια βγαίνει με τον μικρό Rick που είναι πλέον 19, στις λιγοστές μουσικές σκηνές και τα bar της πόλης. Τον αναγνωρίζουν και το απολαμβάνει. Ανήμερα τις 25 Νοεμβρίου στο οικογενειακό τραπέζι πιάνει μια παλιά ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και παίζει το παραδοσιακό “Wildwood Flowers” που ξέρει ότι αρέσει στον πατέρα του.
Η υπόλοιπη οικογένεια συμμετέχει τραγουδώντας και κρατώντας το ρυθμό με κουταλοπήρουνα. Παραμένουν δεμένοι.
Δυό μέρες αργότερα, ο Tommy θα πετάξει για το Miami. Σε λίγες μέρες θα παίξει στην αίθουσα του Jai-Alai Fronton, μαζί με τον Jeff Beck και θέλει, όπως λέει να φτάσει πριν από την υπόλοιπη μπάντα για να «ρυθμίσει κάποια πράγματα για την εγκατάστασή τους». Χαιρετά την οικογένεια αφήνοντάς τους μια καλλιτεχνική του φωτογραφία, με αφιέρωση:
«Στη Μαμά και τον Μπαμπά που μου έδωσαν την πίστη για να προσπαθήσω τουλάχιστον να τα καταφέρω. Και θα το κάνω για χάρη σας. Σας αγαπώ και τους δύο πάρα πολύ. Σας παρακαλώ μην το ξεχάσετε.
Υ.Γ.: Johnnie και Ricky, κανείς δεν είχε καλύτερα αδέλφια. Είμαι περήφανος και πολύ τυχερός για την οικογένειά μου. Πολύ τυχερός».
Από τον Οκτώβριο και μετά, είναι αλήθεια ότι κάνει κάποιες προσπάθειες να συμμαζευτεί. Επηρεασμένος και από τον μπασίστα Jimmy Haslip που είναι φανατικός χορτοφάγος, έχει αρχίσει να τρέφεται καλύτερα, να παίρνει βιταμίνες και τζιν-σενγκ, το οποίο λέει από δω κι από κει ότι τον κάνει να αισθάνεται θαυμάσια. Όμως, το Miami δεν είναι ιδανικό περιβάλλον για κάποιον που θέλει να μείνει μακριά από πειρασμούς. Ο μάνατζερ Barry Fey προσπαθεί να λάβει μέτρα προστασίας.
Καλεί τον L.C. Clayton, έναν μαύρο πρώην πεζοναύτη και εκπαιδευτή νεοσυλλέκτων, υπάλληλο στην την Feyline Coporations, την εταιρία μάνατζμεντ που διοικεί ο Frey, και του αναθέτει να ταξιδέψει στο Miami για να προσπαθήσει να κρατήσει τον Bolin μακριά από μπλεξίματα. Θα συνταξιδέψει με τον Dave Brown, τον τεχνικό για τις κιθάρες και φίλο του που ο Tommy έχει να δει από την περιοδεία των Purple -τον έχει καλέσει να τον βοηθήσει στις επερχόμενες εμφανίσεις καθώς του έχει εμπιστοσύνη.
3 Δεκεμβρίου 1976.
Η Tommy Bolin Band ανοίγει τη συναυλία του Jeff Beck στο Jai-Alai Fronton. Οι παρόντες παρακολουθούν μια δυνατή, εμπνευσμένη μπάντα, με τον Tommy ευδιάθετο, να ολοκληρώνει το σετ μ’ ένα “Post – Toastee” που κρατάει κοντά στα δεκαπέντε λεπτά. Μετά το τέλος της συναυλίας ο Tommy συναντιέται στα παρασκήνια με τον Jeff Beck.
Θα τους απαθανατίσει ο φακός σε μια χαλαρή στιγμή. Κανείς δε γνωρίζει ότι θα είναι και η τελευταία του φωτογραφία όσο είναι ζωντανός. Μαζί με την κουστωδία του αποσύρονται στο Newport Hotel. Ο μπασίστας του Jimmy Haslip, τον βλέπει σε καλή κατάσταση, ελαφρώς φτιαγμένο, να πίνει σαμπάνια από το μπουκάλι, τίποτε πέρα από τα συνηθισμένα. Αποσύρεται στο δωμάτιό του, με μια τυπική, αλλά ειλικρινή παραίνεση.
«Πρόσεχε τον εαυτό σου, έτσι;»
Η απάντηση τον παραξενεύει. «Μην ανησυχείς, Jim. Εδώ θα είμαι για πολύ καιρό ακόμα. Δε σκοπεύω να πάω πουθενά».
Πίνει στο μπαρ με διάφορους «φίλους» και μετά ανεβαίνει στο δωμάτιο του «βοηθού του», L.C. Clayton. Η ώρα έχει πάει 1:00 το πρωί της 4ης Δεκεμβρίου. Εκεί, εν μέσω γνωστών και μη παρατρεχάμενων, ο Tommy πέφτει πάνω σ’ έναν παλιό του γνώριμο, τον Phil Tolimeni και κάποιον που του συστήνεται απλώς ως Art”.
O Clayton παρατηρεί ότι ο Tommy ζητά από τον Tolimeni «να τα πουν ιδιαιτέρως». Μαζί με τον άγνωστο “Art” μπαίνουν στο μπάνιο του δωματίου του Clayton, με τον Tommy να λέει ότι θα μιλήσουν «για ένα επιχειρηματικό θέμα», για το οποίο ο Tolimeni «μπορεί να τον βοηθήσει». «Για μια εταιρία με λιμουζίνες, μην ανησυχείς», λέει ο Τοmmy στον Clayton, που στέκεται έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα, μην χάνοντας την ευκαιρία να πει στον Tolimenti κάπως αυστηρά «αν είναι να του δώσετε πρέζα, ξεχάστε το». Οι τρεις μένουν εκεί μέσα περίπου πέντε λεπτά και βγαίνοντας πηγαίνουν στo δωμάτιο 902, του Tommy, όπου ήδη οι πόρτες είναι ανοιχτές, καθώς έχει ήδη μαίνεται ένα πολυπρόσωπο πάρτυ.
Οι τρεις συνεχίζουν να συζητούν μεταξύ τους, σε μια γωνία, αποφεύγοντας την πολυκοσμία από μουσικούς, roadies, groupies και διάφορους περίεργους που μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο.
Ώσπου γύρω στις 2:00 το πρωί, ενώ ο Tommy μιλά σε κάποιον από το τηλέφωνο του δωματίου, χάνει τις αισθήσεις του.
Η κοπέλα του Valeria Monzeglio τρέχει για βοήθεια στο δωμάτιο του Clayton, που βρίσκεται λίγο παρακάτω στο διάδρομο.
Ο Clayton, ο David Brown και ο roadie Jeff Ocheltree σπεύδουν αμέσως.
Βάζουν τον Tommy στη μπανιέρα, ενώ ο Clayton θέλει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Ο επιβλητικός πρώην πεζοναύτης αρχίζει να ζορίζει τους Tolimeni και “Art” για το «τί του δώσανε να πάρει». Στην αρχή κι οι δύο τους λένε «βάρεσε ηρωίνη», όμως μερικά λεπτά αργότερα, κι ενώ ο Clayton αρχίζει να γίνεται πιο πιεστικός ο Tolimeni το αρνείται: «Όχι, όχι, την πήρε απ΄τη μύτη, έκανε πέντε – έξι γραμμές μόνος του».
Ο Clayton εφαρμόζει βιαστικά τις πρώτες βοήθειες, τεχνητή αναπνοή, φιλί της ζωής. Καθώς τα λεπτά περνούν, το χρώμα στο πρόσωπο του αναίσθητου Tommy επιστρέφει και μοιάζει ν’ αναπνέει. Τον βάζουν στο κρεββάτι. Στις 3:12 ο David Brown καλεί τον αριθμό έκτακτης ανάγκης στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Τον παραπέμπουν στον παθολόγο που απασχολεί το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Newport, Δρα  Ira Jacobson. Ο Brown λέει ανήσυχος στο γιατρό ότι «ο Bolin πήρε valium και αλκοόλ και δεν μπορούν να τον ξυπνήσουν».



Υποψιασμένος ότι ο Brown δεν του τα λέει όλα, ο γιατρός προειδοποιεί: «Ο φίλος σας ο μουσικός μπορεί να σας μείνει στα χέρια, αν δεν τον πάτε να μπει επειγόντως στο διανυκτερεύον εξωτερικό ιατρείο του North Miami General». Ο Brown του απαντά ότι «αν και φοβάται μην πλακώσουν οι δημοσιογράφοι, θα φροντίσει να μεταφερθεί». Tolimenti και “Art” εξαφανίζονται.
Αργότερα, ο Brown θα καταθέσει: «Ανησύχησα πολλές φορές παλιώτερα, ειδικά όταν έπινε πολύ και λιποθυμούσε. Έδειχνε το ίδιο όπως τότε, έτσι συμπεριφερόταν, ίδιες κινήσεις έκανε, όπως τότε. Δεν είμαι γιατρός. Ρώτησα το γιατρό τί πρέπει να προσέξω σε τέτοιες περιπτώσεις και κείνος με ρώτησε “Έχει τις αισθήσεις του;”. Ε, έδειχνε να τις έχει. Μάλιστα κάποια στιγμή τον είδα που άνοιξε τα μάτια και μουρμούρισε "L.C, καλά πού’ σαι συ εδώ”».
Ο L.C. Clayton είναι πράγματι κι εκείνος παρών, οπότε η κουβέντα τους φαίνεται λογική, δείγμα ότι ο Tommy σε μερικές ώρες θα συνέλθει. Κάνει μασάζ στο κορμί του Tommy πάνω από μια ώρα. Θα καταθέσει ότι «δεν είδε σημάδια από βελόνα» και ότι μια - δυό φορές, ο Tommy άνοιξε τα μάτια του και ψέλλισε σκόρπιες κουβέντες. Ο δε Brown αργότερα θα συμπληρώσει: «Τον είχα δει να παθαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα πενήντα φορές τα προηγούμενα χρόνια. Αν είχα καλέσει ασθενοφόρο κι έβλεπε κάποιος τους νοσοκόμους να μπαίνουν στο ξενοδοχείο, η δημοσιότητα με διακινδύνευε την ενότητα της μπάντας που με τόσο κόπο είχε καταφέρει να κρατάει μαζί του».
Τηλεφώνημα στο κέντρο επειγόντων, το βέβαιο είναι ότι δεν έγινε ποτέ. Clayton και Brown αφήνουν πίσω τους την Valeria Monzeglio μόνη με τον Tommy. Εκείνη παρατηρεί ότι οι σφυγμοί του πέφτουν διαρκώς και τελικά στις 7:00 το πρωί καλεί ασθενοφόρο. Όταν μπαίνουν στη σουίτα του Newport οι νοσοκόμοι –μαζί με την αστυνομία που έχει χωρίς πολλά – πολλά καλέσει και η διεύθυνση του ξενοδοχείου- ο Tommy Bolin είναι ήδη νεκρός.
Η δημόσια ανακοίνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας της Dade County, χωρίς να αναμένει τα αποτελέσματα τοξικολογικών εξετάσεων, αναφέρει ως αιτία θανάτου την «υπερβολική δόση αλκοόλ». Ο βοηθός εισαγγελέα Ed O’ Donnel ζητά να ληφθούν καταθέσεις από όσους βρέθηκαν εκείνο το βράδυ στο δωμάτιο 902 του ξενοδοχείου. Όλοι τους αναφέρουν ότι ο Bolin ήπιε πάρα πολύ, αλλά ότι κανείς τους «δεν τον είδε να παίρνει ναρκωτικά». Ο ντετέκτιβ του Τμήματος Ανθρωποκτονιών Denzil Erwin επισημαίνει στον O’ Donell το περιεχόμενο της κατάθεσης του γιατρού Jacobson. Είχε συστήσει να καλέσουν επειγόντως ασθενοφόρο κι εκείνοι δεν το έκαναν. Αναφέρει επίσης το ότι οι παριστάμενοι μιλούν για δύο πρόσωπα, ένα εκ των οποίων έχει όνομα, “Tolimenti” κι ένα άλλο τουλάχιστον ψευδώνυμο, “Art”.  
Η εισαγγελία όμως δεν είναι διατεθειμένη να ψάξει ψύλλους στ’ άχυρα επειδή ένας γιατρός έδωσε πρώτες βοήθειες σε μια φωνή από το τηλέφωνο κι ένας εθισμένος μουσικός θέλησε να πετάξει πολύ ψηλά χωρίς να υπολογίσει σωστά τη δόση. Ό,τι έγινε ήταν αποτέλεσμα της δικής του, ελεύθερης βούλησης. Ατυχηματικός θάνατος. Η υπόθεση έκλεισε.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1976, τα εργαστηριακά ευρήματα αναφέρουν ότι ο θάνατος προκλήθηκε ως αποτέλεσμα πολλαπλής τοξικής δηλητηρίασης από την πρόσληψη ηρωίνης, κοκαίνης, βαρβιτουρικών και αλκοόλ. Στο αριστερό του μπράτσο βρέθηκαν τέσσερις πρόσφατα σημάδια από τρύπημα βελόνας, χωρίς όμως «εικόνα μακρόχρονης κατάχρησης».
Ο Tommy Bolin επισήμως πέθανε χρεωκοπημένος. Σύμφωνα με τον μάνατζερ Barry Fey «Σκορπούσε 8.000 – 10.000 δολλάρια την εβδομάδα. Η Columbia μπορεί να είχε βαθιές τσέπες, όμως κάποια στιγμή βαρέθηκε να υπογράφει όλους αυτούς τους λογαριασμούς». Η εταιρία του, Feyline Inc., κατά το θάνατό του Bolin βρέθηκε δικαιούχος των ασφαλίστρων ενός συμβολαίου ζωής που είχε υπογραφεί έναν χρόνο πριν, σύμφωνα με τον Barry Fey «μετά από επιμονή του Tommy».
Τα μη δημοσιοποιηθέντα ασφάλιστρα συμψηφίστηκαν, πάντα κατά τον Fey, με «ένα μέρος της οφειλής ύψους 400.000 δολλαρίων που ο Tommy όφειλε στην εταιρία από ανοικτό δανεισμό», μεταξύ άλλων για την αγορά μιας πολυτελούς κατοικίας στο L.A.. Χρήματα για τους συγγενείς του «δεν απέμειναν».
Η μητέρα του, Barbara, το μόνο που είπε ήταν: «Είναι πολύ λυπηρό. Όμως χρειάζονται πάρα πολλά χρήματα για να το κυνηγήσουμε».
O Tommy Bolin, με ενστικτώδη άπωση στη μετριοπάθεια και την ομογενοποίηση, υπήρξε πρόδρομος πολλών από τους μεταγενέστερους κιθαρίστες που έπαιζαν γρήγορα, όμως χάρις σε επισταμένη μελέτη όπως ο Randy Rhoads και αργότερα ο Steve Vai. Φυσικό ταλέντο, αυτοδίδακτος, με ποικιλία στο παίξιμό του και κίνητρο μια ασίγαστη παρόρμηση να καταγίνεται με το καινούργιο, ακόμη κι αν το καινούριο έδειχνε πρωτόγνωρο ή ανορθόδοξο. Ιδιοφυής στον αυτοσχεδιασμό, μ’ έναν έναν ήχο άλλοτε απαλό και φευγαλέο σα μετάξι, άλλοτε κοφτερό και ασυγκράτητο. Τα άκαμπτα ριφ δεν ήταν γι’ αυτόν, καθώς είναι φανερό ακόμη και στο πιο βαρύ του ηχογράφημά ότι δεν του άρεσε σχεδόν ποτέ να παίζει το ίδιο πράγμα, ακόμη και μέσα στο ίδιο τραγούδι.
Το ύφος του παιξίματός του και η όλη προσέγγιση επηρέασαν μουσικούς από ολόκληρο το μουσικό φάσμα
«Από τον Tommy Bolin μάθαμε πολλά για το κτίσιμο μιας σύνθεσης» - John MacLaghlin.
«Ήμουν στους Beck Bogert & Appice. Ακούγαμε Mahavishnu Orchestra και το άλμπουμ του Billy Cobham, αυτό με τον Tommy Bolin. Στον Jeff άρεσε τρομερά αυτή η jazzfusion ατμόσφαιρα. Πολύ γρήγορα διέλυσε τη μπάντα μας και την επόμενη χρονιά ξεκίνησε τη σόλο καριέρα του με το “Blow By Blow”» - Carmine Appice.
«Έχω παίξει με μερικούς από τους καλύτερους κιθαρίστες στον κόσμο, αλλά ο Bolin μου άρεσε περισσότερο απ’ όλους.
Μπορούσε να πάει από το
rocknroll στη jazz, στο funk και το blues κι είχε έναν υπέροχο δικό του, χαρακτηριστικό τόνο. Μπορεί να μη διάβαζε μουσική είχε όμως εξαιρετικό αυτί. Έπαιζε με μεγάλη ταχύτητα και καθαρότητα. Μπορούσε να παίξει μελωδικά, αλλά και πολύ δυνατά και γρήγορα. Το κυριώτερο όμως, κάτι που ελάχιστοι κιθαρίστες στο ροκ μπορούν να κάνουν, είχε τη δυνατότητα να παίζει έξω απ’ τα ακόρντα, να αυτοσχεδιάζει» - Norma Jean Bell.
«Όποια ετικέτα και να σού ’χουν φορέσει, ότι κι αν παίζεις, είναι ωραίο να παίζεις με μουσικούς που ξέρουν τα πάντα, που καταλαβαίνουν. Που μπορούν να παίξουν jazz, usion, rhythm & blues, κι ο Tommy ήταν ένας απ΄αυτούς.
Το έκανε να φαίνεται τόσο αβίαστο. Έπαιζε
blues μ΄έναν εντελώς δικό του τρόπο.
Η
jazz αντίληψή του ήταν το κάτι άλλο. Μπορούσε να παίξει δίνοντας γεύσεις, αν καταλαβαίνετε τί εννοώ. «Τί σκέφτεσαι όταν παίζεις;» τον ρώτησα μια φορά. “Are you still be-boppin, or are you re-boppin?”. Με κοίταξε και μου απάντησε “Έχω να κάνω τα δικά μου, man!”» - Βuddy Miles.
«Αν ζούσε σήμερα; Δεν ξέρω αν θα έπαιζε ακόμη ηλεκτρική κιθάρα. Θα είχε πάει πιο μακριά, θα το είχε ψάξει περισσότερο από πολλούς άλλους. Ήταν ένας πραγματικός avant garde καλλιτέχνης, δε νομίζω ότι θα είχε υποκύψει στο mainstream. Θα είχε γίνει ο Jeff Buckley της κιθάρας. Έλαμψε εκτυφλωτικά και ήταν μπροστά από την εποχή του. Ήταν αδελφός μου και μου λείπει τρομακτικά» - Glenn Hughes.
Η Karen Ulibarri, νεανικός του έρωτας που τον παράτησε για τον Glenn Hughes, τον περιγράφει με τα ακόλουθα λόγια:
«Ήταν ασυγχώρητα, υπερβολικά αθώος. Γοητευτικός σα μικρό παιδί – οι γύρω του συνήθως τον άφηναν να κάνει το δικό του, κι όταν δε συνέβαινε αυτό, ο Tommy έβρισκε κάποιον άλλον για να το καταφέρει. Ό,τι είχε κάθε φορά στο μυαλό του».
H ταφή του έγινε σε οικογενειακό κτήμα, στο Sioux της Iowa όπου γεννήθηκε. Η Κaren φόρεσε στο άψυχο δάχτυλό του ένα δαχτυλίδι, το οποίο θρυλείται ότι φορούσε ο Jimi Hendrix την ημέρα που πέθανε. Κι έπλευσε στο υπερπέραν, σαν νούφαρο σ’ ανατολίτικο ουρανό.
“Cool he dies on his own time
Roarin' I won't hear your thunder
Called each other Chinese names
If, oh, the book just has a number
There's a garden where the devil lurks
Such a strange life this

They break their backs for sweat and gold
And all the things in which they buy
Things that I thought were heavy loads
Like a Lotus in an oriental sky”.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου