BEGGARS: "Devil's Highway"

13/04/2015

Κατηγορία: Κριτικές

3471

Για τον τέταρτο δίσκο των Beggars είμαστε προετοιμασμένοι, όσο προετοιμασμένος μπορεί να δείχνει ένας ρολίστας σε ταινία του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ όταν μπουκάρει κομμάτια σε μπαρ με μεξικάνους μαχαιροβγάλτες. Ξέρει ότι κάποια σιδηρογροθιά που θα γράφει τ΄όνομά του θα τον συναντήσει από στιγμή σε στιγμή.

 

Μετά από ακατάπαυστη περιοδεία για ολόκληρο το '14, η μπάντα μπήκε στο στούντιο αρχές του '15 και άφησε εκεί ηχογραφημένη την ορμή της, συνεχίζοντας μέσα στο '15 να οργώνει μικρές και μεγάλες σκηνές.
Το αποτέλεσμα, για όσους παρακολουθούν την πορεία του γκρουπ, είχε σχεδόν προαναγγελθεί:
8 κομμάτια, με προσέγγιση «ανάμεσα στα μάτια», πυκνά και επιθετικά, σαν
snapshot από κάποια συναυλία τους. Όλα γύρω από το άλμπουμ είναι old school, από τη διάρκειά του ως το artwork. Όχι από κάποιου τύπου προσχεδιασμό, αλλά καθαρά επειδή η τριμελής αυτή ομάδα ζει και αναπνέει με το σκληρόηχο ροκ των '70s. Τα κομμάτια έχουν αυτή την ποιότητα του "sharp short shock", ούτε μέτρο περιττό, ήχος σφιχτοδεμένος και σταράτος, με κιθάρες επί κιθάρων στα κόκκινα.
Η παραγωγή είναι σε τέτοιο βαθμό «ζωντανή», ώστε το προηγούμενο άλμπουμ τους, "
Desperate Rock N' Roll", ακούγεται σαν κάτι από την μεσαία περίοδο των Hawkwind, σε σύγκριση μ΄αυτό εδώ, που είναι κοκτέϊλ πρώϊμων Motorhead με Kyuss, μολονότι και τα δύο είναι ηχογραφημένα υπό την επίβλεψη του ίδιου προσώπου (Αλέξανδρου Χρυσίδη).

Το "The Lightning" είναι από τα κομμάτια που δε θα βγαίνουν για καιρό από το σετ - λιστ τους, το hammond στο ομώνυμο απλώνει έναν επιβλητικό καμβά και πάνω του αναπτύσσονται κάτι βρώμικα, αργόσυρτα ριφ, που θ΄ανάγκαζαν και τον ίδιο τον High Plains Drifter να τινάξει αρκετά δάχτυλα σκόνη της ερήμου από το poncho του.
Το
stomp του "At The Disco" στάζει ιδρώτα, το γρήγορο "Modern Baby" ξεχωρίζει για τις Fast Eddie Clarke φράσεις που το διατρέχουν, ενώ το σαξόφωνο στο "Rita" ανακαλεί την παράνοια του "Funhouse" των Stooges.
Αν κάτι πετυχαίνει το άλμπουμ είναι ότι παρασύρει και δεν αφήνει εύκολα τον ακροατή να κάνει παύση, αλλά ζητά επανάληψη αμέσως μετά τον -στεντόρεια ακουστικό- επίλογο του "
Mother Earth".

Οι Beggars, όπως και μια χούφτα ελληνικών συγκροτημάτων που ακονίζουν για χρόνια τα δόντια τους στις σκηνές και τη δισκογραφία, έχουν καταφέρει κάτι που 15 χρόνια πριν έμοιαζε σχεδόν αδύνατο. Το να μην ακούγονται σαν «ελληνικό» συγκρότημα. Πλέον, η γενιά των σαραντάρηδων, που δεν πρόλαβαν να ζήσουν ως μουσικοί το πετσόκομμα του «έτσι πρέπει να το παίξεις για να πουλήσει» της προηγούμενης γενιάς, παίρνει την εκδίκησή της. Έχουν κερδίσει με σκυλίσια υπομονή και αφοσίωση το δικαίωμα να παίζουν αυτό που θέλουν, όπως το θέλουν.
 
Και ίσως αυτό να είναι το κόλπο με τους Beggars.
Είναι ένα ον του δρόμου πλέον, διαφορετικό - πιο αποσταγμένο και πιο επικίνδυνο σε σχέση με το ξεκίνημά τους- και γι' αυτό αν αναρωτιέται κανείς τί θα μπορούσε να τους αλλάξει για να τους «φτιάξει» προς το καλύτερο, καταλήγει στο ότι είναι σίγουρα προτιμώτερο να τους αφήσει άθικτους, γιατί δημιουργούν την πεποίθηση ότι θα παραμείνουν το ίδιο δυνατοί και θα γίνουν καλύτεροι μόνο μέσα από το συνεχές παίξιμο και την καταγραφή των ιδεών τους, έτσι αδιαμεσολάβητες όπως τις ζουν στο δρόμο.

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου