De La Muerte: "De La Muerte"

15/06/2015

Κατηγορία: Κριτικές

2994

Οι Ιταλοί De La Muerte φτιάχτηκαν στις αρχές του 2014 και φέρονται επηρεασμένοι από τη Μεξικάνικη αίρεση "Nuestra Senora de la Santa Muerte". Κάθε μια, λένε, από τις 10 «καταραμένες ιστορίες» του ντεμπούτου άλμπουμ τους αντλεί από κει την έμπνευσή της.

 

Παρά τη σχετική επιφύλαξη (το ενδεχόμενο ξενερώματος από έλλειψη πρωτοτυπίας ιταλών μεταλλάδων είναι, γενικώς, μεγάλο) και μολονότι μου είναι κάπως δύσκολο μετά τα δεύτερα -άντα να ακούω πάνω από μισή ώρα συνεχόμενα πριόνια, η περίπτωση των "De La Muerte" με κράτησε.
 
Το εναρκτήριο "Tequila Funeral" είναι μια τρίλεπτη instrumental εισαγωγή, σαν οι Candlemass να γράφουν το σάουντρακ ενός γουέστερν - σπαγγέτι. 
Τα καταιγιστικά "
Fallen Angel", "Silver Bullet" (με το βαμπιρικό βίντεο), "Desaparecido" και "Die N' Roll" μας αποκαλύπτουν ένα διπλομποτάδικο μέταλ με σαφείς μελωδικές γραμμές στη γραμμή Pantera -  Sanctuary - Μegadeth, δεμένο σαν περικάρπιο με καρφιά στο χέρι σιτεμένου μηχανόβιου. Το "I'm Not A Legend" κατεβάζει ταχύτητα και εξελίσσεται σε mid-tempo συναυλιακό showcase για τον Mastrangelo, ενώ το μικροέπος "Malaguegna Salerosa" μπαίνει άνετα στο soundtrack ταινίας του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, καθώς ακούγοντάς το άνετα οραματίζεται κανείς μια σπείρα κακομούτσουνων να ετοιμάζει τον βαρύ οπλισμό της για το επικείμενο mexican standoff. Μετά από ένα ακόμη σφυροκόπημα ("I' M Alive"), το στοιχειωτικό "Sorrow" ολοκληρώνει με μια υποψία μεγαλοπρεπούς ρεφρέν.
Ο τραγουδιστής (
Gianluca Mastrangelo) οπτικά μοιάζει με εξημερωμένο ξαδερφάκι του Till Lindemann και φωνητικά κατορθώνει να τραβά διαρκώς την προσοχή, καθώς ανεβαίνει οπερατικά ψηλά, πέφτοντας μετά από λίγο στο βούρκο των "συφιλιασμένα βαρύτονων" φωνητικών, ακόμη και πριν τελειώσει το ίδιο κομμάτι (μια από τις παρομοιώσεις στα διεθνή media είναι «μια διασταύρωση Dickinson υπό την επίρρεια acid και υψίφωνου με το κεφάλι μαγκωμένο σε μέγκενη»).
Οι κιθάρες (κ.κ.
Gianluca Quinto, Christian D' Alessandro) είναι γκαζωμένες και μεταλλικά αξιόπιστες, δεν φοβούνται τα καλοζυγισμένα σόλο και διαθέτουν την ποιότητα «κάνω τα σαγώνια να σφίγγονται ρυθμικά», ενώ η ραχοκοκκαλιά (κ.κ. Claudio Michelacci - μπάσο, Luca Ciccoti - ντραμς) είναι αναμενόμενα ογκώδης και ανυποχώρητη.
 Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε από τον Simone Mularoni (DGM) και τον Simone Bertozzi (Mnemic) στα στούντιο Domination του San Marino στην Ιταλία, με τον Mularoni να υπογράφει παραγωγή, μίξη και mastering.
 Ένας απρόσμενα θετικός δίσκος "μοντέρνου" heavy metal, που ιδίως για ντεμπούτο, παίρνει καλό βαθμό.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου