Dire Straits: “Brothers In Arms”

09/10/2016

Κατηγορία: Old Time Rock

7554

Από τον Σεπτέμβριο του 1979 που έγιναν για πρώτη φορά εξώφυλλο στο «ΠΟΠ & ΡΟΚ», οι Dire Straits άσκησαν και συνέχισαν να ασκούν μια αμείωτη γοητεία στο ελληνικό κοινό. Διέσωζαν και πρόσφεραν στην μεταπολιτευτική νεολαία τον απόηχο από κοσμοϊστορικές μουσικές που ήταν καταδικασμένη λόγω ηλικίας, κοινωνικής υπανάπτυξης και ιστορικοπολιτικής συγκυρίας να μην προλάβει σε πρώτο χρόνο.

 

Στα μάτια και τα αυτιά του ελληνικού κοινού, τουλάχιστον εκείνης της μερίδας της γοητευμένης με την «ξένη» μουσική, που αποζητούσε με αγωνία να αποστεί από νεοκυματικές κλάψες, έντεχνες φλυαρίες και από το τρίπτυχο Πάριος – Νταλάρας – Αλεξίου (ο δε Παπακωνσταντίνου αφορούσε κυρίως όσους κοίταζαν προς το ροκ, αλλά «μπερδεύνταν» με τον αγγλικό στίχο), οι Dire Straits αποτέλεσαν μια από τις κύριες διεξόδους. Με εκλεπτυσμένο, χωρίς εύκολες εξάρσεις ήχο, που δεν μπορούσαν να τον οικειοποιηθούν ούτε τα «φρικιά», ούτε οι ντισκόβιοι, ούτε οι new-waveάδες. Με μπροστάρη έναν κιθαρίστα συνήθως απορροφημένο απ’ την ίδια του την ταστιέρα, με τη μπαντάνα να κρύβει το αραιοκατοικημένο του κρανίο και κείνον να δανείζεται μουρμουρητό Dylan και να παίζει με τα δάχτυλα (κι όχι με πένα) σόλα σα γκαζωμένες φωτοτυπίες από J.J. Cale.


Μετά το βαρύθυμα πειραματικό Love Over Gold” του ’82 και το χορταστικό -αλλά κάπως  ρετρό με τις πλατιάζουσες εκτελέσεις του- “Alchemy Live του ’84, ο Mark Knopfler είχε ήδη ετοιμάσει και προβάρει κομμάτια για το επόμενο άλμπουμ, στα στούντιο του Montserrat στην Καραϊβική, μεταξύ Νοεμβρίου ’84 και Μαρτίου ’85, εξ ου και σ΄ όλες τις φωτογραφίες οι έξι αγγλάρες είναι όλο χαμόγελα και τροπικό μαύρισμα. Η παραγωγή πιστώθηκε στον ίδιο τον Mark Knopfler και τον Neil Dorfsman, πιστό του συνεργάτη απ΄το ’82 και μετά. Αντίθετα μ΄ ότι θα πίστευε η πλειοψηφία των ακροατών που είχε εμπλακεί με τον ήχο των Dire Straits χάρις κυρίως στον «παραδοσιακό» blues ήχο της κιθάρας του ίδιου του αρχηγού τους, ο Knopfler πάντα αναζητούσε να πετύχει την ιδανική ηχογράφηση, ήταν δεκτικός στην ψηφιακή τεχνολογία και πάντα έτοιμος να ξοδέψει αφειδώς για να έχει διαθέσιμο τον ακριβέστερο και ακριβότερο στουντιακό εξοπλισμό.

Τη σύνθεση που ηχογράφησε το άλμπουμ απάρτιζαν, πέρα από τον ίδιο τον 36χρονο Σκωτσέζο, η παλιά καραβάνα John Illsley στο μπάσο, ο Alan Clark (μαζί τους από το Makin’ Moviesτου ’80) σε πιάνο και Hammond B3 και ο νεοφερμένος Guy Fletcher, ο οποίος έμελλε να αποτελέσει ουσιώδες στοιχείο στο ηχητικό κάδρο της μπάντας, τόσο ζωντανά όσο και στο στούντιο, οχυρωμένος κυριολεκτικά πίσω από ένα τετράγωνο τοιχείο από κήμπορντς (Yamaha DX1, Roland και Synclavier) που τον περικύκλωναν. Στα τύμπανα, το παίξιμο του Terry Williams (βασικού τους ντράμερ από το ’82) δεν ικανοποίησε τον αρχηγό (παρ’ ότι ο Terry παρέμεινε στην σύνθεση των περιοδειών μέχρι το ’88). Από ολόκληρο το άλμπουμ, το μόνο που έμεινε από τις ηχογραφήσεις του Williams είναι μόνο τα αυτοσχεδιαστικά γεμίσματα στα τύμπανα στην εισαγωγή του Money For Nothing- μικρή αλλά πόσο χαρακτηριστική συνεισφορά. Για τα υπόλοιπα ντραμς επιστρατεύτηκε το σοφιστικέ χέρι του ανερχόμενου τότε Omar Hakim [Miles Davis / Weather Report / Sting στο “Bring On The Night”]). Στα πνευστά και στα βοηθητικά κρουστά μεγάλα ονόματα session, ενώ στην εισαγωγή του “Money…” o Sting, με δύο μόνο φράσεις (“I Want My MTV” – “Money For Nothing – Chicks For Free”) υφάρπαξε ένα co-writing credit βγάζοντας τα πιο αβίαστα εκατομμύρια της καρριέρας του.




 
To άλμπουμ είναι από τα πρώτα που ηχογραφήθηκε εξ ολοκλήρου στο –state of the art- 24κάναλο ψηφιακό κασσετόφωνο της Sony. Η στρατηγική ταύτιση του «νέου άλμπουμ» του πιο κλασσικόηχου σχήματος των ‘80s με το νέο ηχητικό μέσο, το cd, είχε διπλή στόχευση: τόσο το πορτοφόλι των γιάπηδων που ήθελαν τον «αξεπέραστο» ήχο, όσο και το ώριμο κοινό των ‘70s, που είχε πια σταθερή δουλειά και μπορούσε να ξοδέψει. Και πράγματι, η ιστορία έγραψε ότι ήταν το πρώτο μουσικό έργο του οποίου η έκδοση σε cd ξεπέρασε τα άλλα δύο παραδοσιακά format κυκλοφορίας. Ολόκληρη Philips σπονσοράρισε την διάρκειας ενός έτους περιοδεία που σχεδιάστηκε για την προώθιηση του άλμπουμ. Μόστραρε στην έντυπη διαφήμιση το -ακόμη τότε εξωτικό στο μάτι- μικρό ασημένιο δίσκο με την τρύπα στη μέση να ενώνεται με μια ακτίνα λέϊζερ με το στέρεο, δημιουργώντας παραισθήσεις εξωγήινου ήχου σ’ όσους άκουγαν ακόμη κασσέτες «εταιρίας».


Από το εξώφυλλο κιόλας το “Brothers In Armsέμοιαζε φτιαγμένο από γεννησιμιού του για άλμπουμ  - αρχέτυπο. Απ΄έξω δεσπόζει η -διάσημη έκτοτε- “Style 0 Resonator”, μια κιθάρα φτιαγμένη στα ‘30s, σα να αιωρείται σ΄έναν ονειρικό ουρανό, ξεδιαλύνοντας τα σύννεφα. Ακόμη και οι κασσέτες της Vertigo είχαν inlay card πιστό αντίγραφο του εσωφύλλου του βινυλίου, με το όνομα του γκρουπ σ’ εκείνο το αχνό πορτοκαλί και τους στίχους τυπωμένους με μαύρα γράμματα στο γαλάζιο φόντο, δίπλωνε τα πάντα, μέσα - έξω. Εμπνευσμένη εικόνα και ταυτόχρονα προφητική παραβολή γι’ αυτό που επιφύλασσε η βιομηχανία για την μπάντα του Knopfler. Με την κυκλοφορία του πέμπτου τους στούντιο άλμπουμ, η υποστήριξη και η προβολή προς τους Dire Straits ήταν πρωτοφανής. Αυτήν την αναχρονιστική μπάντα που θα κινδύνευε στην καρδιά της εποχής της πόζας και της πλαστικής νεωτερικότητας να ακουστεί σαν folk blues απολειφάδι, η βιομηχανία τo μεταμόρφωσε σαν την πιο μοντέρνα μουσική πρόταση.

Το μεγάλο όπλο γι΄αυτή τη μεταμόρφωση ήταν βέβαια το μουσικό περιεχόμενο. Ο Knopfler παρουσίασε μια συλλογή τραγουδιών που σημάδεψε την εποχή της, καθώς και τα εννέα είναι ικανά και αυτάρκη να κερδίζουν τον ακροατή για διάφορους λόγους. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην δισκογραφία τους, οι μελωδίες είναι σαφείς και κατασταλαγμένες, παρά την ποικιλία του υλικού : Ροκ της εποχής (“Money For Nothing”, που προέκυψε έτσι τσιτωμένο από ατύχημα στην ηχογράφηση, καθώς ο Κnopfler προσπαθούσε να αντιγράψει τον φαζαριστό ήχο των ΖΖ Τοp που έκανε το κοινό του MTV να λιγώνεται), εκμοντερνισμένο αμερικάνικο boogie (“Walk Of Life”, που παρά λίγο να μείνει έξω από το άλμπουμ, ως υπερβολικά «εξωστρεφές»), βρεττανικό κιθαριστικό blues (“Brothers In Arms”, “One World”), ηλεκτρική folk (“The Man’s Too Strong”), ‘60s μελωδία στη φλέβα των -αγαπημένων του Knopfler- Everly Brothers (“Why Worry”), ακόμη και ελκυστικά νοτιοαμερικάνικα (“Ride Across The River”) ή jazz (“Your Latest Trick”) περάσματα.



Το στιχουργικό περιεχόμενο γέρνει προς το αντιπολεμικό (σχεδόν ολόκληρη η δεύτερη πλευρά περιστρέφεται γύρω απ΄αυτό το θέμα, με κέντρο βάρους το ομώνυμο κομμάτι, γραμμένο από τον Knopfler την εποχή του πολέμου των Φώκλαντς), αλλά οι up tempo περισπασμοί (“Money For Nothing”, “Walk Of Life”, “One World”) ισορροπούν το τελικό άκουσμα μαεστρικά. 



Η εισβολή της μουσικής του άλμπουμ στο mainstream υπήρξε καταιγιστική, ιδίως μετά την εμφάνιση των Dire Straits στο Live Aid. O δίσκος φθάνει στο Νο 1 της Βρεττανίας στο τέλος Μαίου του 1985 και παραμένει για 9 εβδομάδες στο Νο 1 των άλμπουμ της Αμερικής από τον Αύγουστο και μετά, ενώ θα πατήσει κορυφή σε άλλες 25 μικρώτερες μουσικές αγορές ανά τον κόσμο. Το “Money For Nothing”, με το χαρακτηριστικό hi-tech (για την εποχή) βίντεο κλιπ και το σαρδόνιο ρεφρέν (το οποίο ο γιαπισμός αυτόματα σφετερίζεται, στρεβλώνοντας το νόημά του σε ηδονηστικό) γίνεται Νο 1 στην Αμερική για 3 εβδομάδες τον Σεπτέμβριο του ’85. Ακολουθούν τα “Brothers In Arms” (UK# 16, Δεκέμβριος ’85), “Walk Of Life” (US#7, 25/1/86, UK#2, Φεβ. ’86), “So Far Away” (US# 19, 26/4/86), “Your Latest Trick” (UK#26, Μάϊος ’86). Τα Grammy (“Best Rock Performance”, “Best Engineered Recording”, 25/2/86) είναι το ελάχιστο μπροστά στις διακρίσεις και τις πωλήσεις που θα ακολουθήσουν (πάνω από 30 εκατομμύρια παγκοσμίως μέχρι σήμερα, το ένα τρίτο απ΄αυτά στην Αμερική), καθώς το άλμπουμ, ήδη επί πάνω από τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατη, παρά τις μυριάδες τάσεις και στυλ που έχουν έκτοτε σαρώσει τα μουσικά χρονικά, την παράλειψή του από τις «best of» λίστες κάθε λογής εντύπων, βιβλίων ή site επαγγελματιών και ερασιτεχνών, μουσικοκριτικών και μουσικολογούντων.
 


Για μας τους έφηβους της εποχής, το άλμπουμ αυτό, άσχετα τί μπορεί να έγραφαν οι πιουρίστες κριτικοί του 1985, ήταν σα να άνοιξε τα παράθυρά μας και να μπήκε φως. Ακούγοντάς το μπορούσες να απολαύσεις χωρίς να βαρεθείς, να αποφύγεις τα στεγανά της εποχής (σκληρό ροκ ή «καρέκλα»), να ψάξεις τη μουσική πηγαίνοντας προς τα πίσω, να αναζητήσεις το rockabilly, το blues, ακόμη και την jazz. Υπενθύμιζε πώς ακούγεται το «κανονικό» ροκ, μέσα στην εποχή της Madonna και του Prince. Κυρίως όμως συνεισέφερε στο σάουντρακ δύο τουλάχιστον εφηβικών χρόνων (’85 και ’86), μελοποιώντας όλο τους το φορτίο. Την αισιοδοξία, της ελαφρότητα, αλλά και την περίσκεψη, την άγνοια κινδύνου και την άδολη ελπίδα. Όλες αυτές τις αισθήσεις που δύσκολα ξεφτίζουν, όταν τις συνοδεύσει στην κατάλληλη χρονική στιγμή η πραγματικά ανεξίτηλη μουσική.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου