R.E.M.: "Automatic For The People"

17/12/2016

Κατηγορία: Old Time Rock

3705

Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄80, εκεί που η post punk άρχισε να μεταλλάσσεται σε alternative rock, έκαναν την εμφάνισή τους οι R.E.M., το συγκρότημα που εξέφρασε καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο το επερχόμενο νέο μουσικό είδος.

 

Ήδη με την κυκλοφορία το 1981 του πρώτου τους single "Radio Free Europe", μιας ΄60’s folck–rock (βλ. Byrds) σύνθεσης με post punk ρυθμό που μέσα από τις κατάλληλες δόσεις ηλεκτρικής κιθάρας καταλήγει σε έναν άκρως ενδιαφέροντα new punk ήχο, προμηνύεται η ξεχωριστή μουσική ταυτότητα που έμελε να αποκτήσει το γκρουπ.
Αρχικά η ανταπόκριση ήρθε από την περίφημη κολλεγιακή ροκ σκηνή (μέσα από τη συχνή μετάδοση του κομματιού στο κολλεγιακό ραδιόφωνο), όπου το συγκρότημα έριξε γερές ρίζες και απέκτησε φανατικούς οπαδούς μέχρι να καθιερωθεί συνολικά στο μουσικό προσκήνιο.
Τα επόμενα χρόνια οι R.E.M. συνδυάζοντας παραδοσιακά και μοντέρνα μουσικά στοιχεία μέσα από μία post punk αισθητική, με μεθοδικά και προσεκτικά βήματα ακολούθησαν πιστά τα μονοπάτια που επέλεξαν και κατάφεραν να καταθέσουν αξιόλογα άλμπουμ. Σήμα κατατεθέν τους ένα μείγμα από folk και garage rock, με συνθέσεις «ειλικρινείς», γεμάτες συναισθήματα που εκφράζονται μέσα από μικρές ιστορίες ποικίλων προσανατολισμών (που αποδίδονται κυρίως στα πολύπλευρα ταλέντα του Michael Stipe):
So. Central Rain (I'm Sorry), (Don't Go Back To) Rockville, Fall on me, It’s the end of the world as we know it, The one I Love, Orange Crush, Stand, Finest Worksong κ.ά.
Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες φιλόδοξες μπάντες που δραστηριοποιούνταν κυρίως στο Los Angeles, οι εμπνεύσεις, δράσεις και ηχογραφήσεις των R.E.M. λάμβαναν χώρα στις νότιες Πολιτείες μεταφέροντας από εκεί «χρώματα και αρώματα» στις δημιουργίες τους. Όλες αυτές οι συνιστώσες και η σταθερά εξαπλωμένη φήμη τους – ιδίως μετά από την κυκλοφορία του άλμπουμ «Document» μέσα στο 1987 - συνέβαλαν καίρια ώστε μέχρι τα τέλη του ’80 να αναδειχθούν στη πιο δημοφιλή ροκ μπάντα της αμερικανικής underground μουσικής σκηνής.
Το 1991 ήταν η χρονιά ορόσημο για τους R.E.M.
Η στροφή που έκαναν με το έβδομο studio άλμπουμ τους, το περίφημο "Out of Time", σε πιο ποπ καταστάσεις όπου κυριαρχούν μη παραδοσιακά ροκ όργανα (όπως μαντολίνο, εκκλησιαστικό όργανο και ακουστική κιθάρα), είχε ως αποτέλεσμα να εκτοξευτεί η δημοτικότητά τους και στο ευρύτερο κοινό με κομμάτια που έγιναν κλασικά και ακούγονται μέχρι και σήμερα με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον (Losing my Religion, Shinny Happy People, Radio Song, Low, Belong).
Η εύκολη λύση για το συγκρότημα στο πιάτο. Γιατί να μην επαναλάβουν το ίδιο ύφος και στον επόμενο δίσκο, με στόχο μια ακόμη μεγάλη εμπορική επιτυχία; Συνήγορος του διαβόλου για τέτοιες σκέψεις αποτελούσε και η τεράστια (αν και μη αναμενόμενη) επιτυχία του πασίγνωστου "Losing my religion" που έπαιζε για καιρό συχνά πυκνά στο MTV (ένα ομολογουμένως πολύ αξιόλογο video clip με έντονα εικαστικό χαρακτήρα), αλλά και τα τρία βραβεία Grammy που κέρδισε το "Out of Time", εκ των οποίων το ένα για το καλύτερο alternative άλμπουμ της χρονιάς. Η ζυγαριά πάντως δεν έκλινε υπέρ της συνθηκολόγησης στο «μια από τα ίδια» παίρνοντας προφανώς και το σχετικό ρίσκο.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα το φθινόπωρο του 1992 (στις 5 Οκτωβρίου) οι R.E.M. μας παρουσιάζουν το άλμπουμ "Automatic For The People". Για τίτλος του επιλέχθηκε σλόγκαν από εστιατόριο του τόπου καταγωγής τους, στην Αθήνα της Georgia (σημείο αναφοράς σε όλη τη διάρκεια της καριέρας τους), για τη νόμιμη χρήση του οποίου ο συγκρότημα πλήρωσε αδρά. Καμία σχέση με το συγκεκριμένο εστιατόριο το αστέρι που απεικονίζεται στο εξώφυλλο, που αποδίδει μέρος επιγραφής αναρτημένης έξω από μοτέλ στο Μαϊάμι, κοντά στο studio που έγιναν οι ηχογραφήσεις. 
Μετά από τις απαλές, ακουστικές ποπ συνθέσεις του "Out of Time", αρχικό σχέδιο της μπάντας ήταν να δώσουν έναν πιο σκληρό τόνο στη μουσική τους μέσα από δυνατές κιθάρες και τα συναφή.
Τελικά όμως ίσως σε αυτή τη χρονική συγκυρία να μην υπήρχαν ισχυρά επιχειρήματα που να έπεισαν γι’ αυτή τη προοπτική με τον Stipe να αποφασίζει να ακολουθήσει τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Έτσι επιλέχθηκαν για τον δίσκο κατά βάση αργά κομμάτια ικανά να μεταδώσουν τα εσωτερικά νοήματα των προθέσεων του γκρουπ (εδώ δεν έχει "Shiny Happy People", ούτε "Stand"!).



Το σκοτεινό κλίμα που (αναγκαστικά) διαχεόταν αποδόθηκε μουσικά μέσα από τη χρήση ακουστικών οργάνων και keybords που αφήνουν αβίαστα τους ήχους να τρεμοπαίζουν, με τα τύμπανα να βρίσκονται στο παρασκήνιο (κάποιες φορές απουσιάζουν και εντελώς). Στιχουργικά με τις περιγραφές που γίνονται ακολουθείται ο κύκλος της ζωής: από τα νιάτα και τη δράση στο πέρασμα του χρόνου, τον θάνατο, την απώλεια και τελικά την ελπίδα που (μοιραία) πάντα βρίσκει τον τρόπο να ανασυρθεί.


Τον δίσκο ανοίγει το "Drive" με τον Michael Stipe να τραγουδά: "Hey kids/Where are you?/Nobody tells you what to do …" αποδίδοντας τον αντίστοιχο στίχο από τον glam-rock ύμνο του David Essex "Rock On" (από το 1973). Σε αντίθεση με τον τελευταίο όμως δεν υπάρχει καμία cool διάθεση για rock ΄n roll. Εδώ υπονοείται ο φόβος που μπορεί να κρύβει η ελευθερία και η «απότομη προσγείωση» στην πραγματικότητα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που βρίσκεται κάποιος μόνος του και δεν ξέρει τι να κάνει. Τα πολλαπλά σενάρια που αποδίδουν οι στίχοι (What if I drive/what if you walk/what if you try to get off) υποστηρίζονται από τις διαρκείς εναλλαγές στην ένταση του ήχου που βγαίνει από την ηλεκτρική κιθάρα του Peter Buck.
Η θνησιμότητα και γενικότερα το πέρασμα του χρόνου απασχολούν το "Try Not to Breathe" εξανεμίζοντας κάθε προσδοκία όσων περιμένουν ένα ανάλαφρο και «συμμαζεμένο» ποπ άλμπουμ και θυμίζοντας κάπως το "Magic and Loss" του Lou Reed. Στο ίδιο πνεύμα με το "Drive" αλλά σε έναν τόνο πιο «ζεστό» και ανθρώπινο, ο Stipe απευθύνει σε κάποιον τρίτο (φίλο ή μέλος οικογένειας) που έχει φτάσει στο τέλος της ζωής του λόγια συμπόνιας και παρηγοριάς. Θέλει να καταστεί σαφές ότι ο θάνατος που έρχεται αναπόφευκτα δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από αισθήματα θλίψης και δυστυχίας. Aνάλογης διάθεσης και το "Sweetness Follows", με μια λίγο πιο αισιόδοξη στάση. Πέρα από τον θρήνο, ο θάνατος και η η αποδοχή του μπορεί να σημαίνει συμφιλίωση με το παρελθόν, ένα καλό μάθημα για όσα συνέβησαν, μια σημαντική ανάμνηση για το μέλλον, ένα ηθικό δίδαγμα για τις ζωές αυτών που παραμένουν. 


Το "The Sidewinder Sleeps Tonite" (παραφράζοντας το "The Lion Sleeps Tonite") αποτελεί το πιο ανάλαφρο, διασκεδαστικό κομμάτι του άλμπουμ σε «παιχνιδιάρικο» ύφος. Οι στίχοι ομολογουμένως ακατανόητοι, έξυπνα και υπέροχα «μπερδεμένοι» μεταδίδουν ένα ιδιόρρυθμο χιούμορ (κάποιες στιγμές λίγο ακατανόητο: We’ve got to moogie, moogie, move on this one).
Ο Stipe πραγματικά το απογειώνει με την ερμηνεία του μέσα από ιδιαίτερα φωνητικά τρικ που εφαρμόζει επιτυχώς. Αν και δεν μοιάζει να ταιριάζει σε ένα κατά άλλα χαμηλών τόνων άλμπουμ, τοποθετήθηκε εύστοχα ανάμεσα στα "Try not breathe" και "Everybody Hearts" ως λογική «αποσυμφόρησης» από το συγκινησιακό κλίμα που προκύπτει από τα κομμάτια αυτά.
Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και το "Star Me Kitten", με έναν αργό, «ζαλισμένο» jazz ρυθμό και τους πιο παράξενους στίχους αγάπης ever ('m your possession/So fuck me, kitten) καταφέρνοντας να ρίξει λίγο φως στο άλμπουμ.
Μεγάλο hit του άλμπουμ το περίφημο (και πασίγνωστο) "Everybody hearts" (μια ΄50’s μελωδία που μοιάζει κάπως στο Unchained Melody των Righteous Brothers, ενώ άλλοι το σχετίζουν με το Bridge Over Troubled Water του διδύμου Simon & Garfunkel).
Το τι πραγματεύεται προδίδει ο ίδιος ο τίτλος του προσπαθώντας ουσιαστικά να αποτρέψει κάποιον (ίσως και τον ίδιο τον Stipe) από την ιδέα της αυτοκτονίας. Η φωνή του Stipe, σταθερή, «καθαρή» και «γυμνή» από φωνητικά τεχνάσματα υποστηρίζει απόλυτα τους στίχους που χαρακτηρίζονται από αμεσότητα και συναίσθημα φτάνοντας να προκαλέσουν ακόμη και δάκρυα (It’s time to sing along», Take comfort in your friends, No, no, no, you’re not alone). Το κομμάτι γνώρισε τεράστια επιτυχία (ίσως και σε βάρος των υπολοίπων του άλμπουμ) στην οποία συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και το video clip που το συνόδευε. Εμπνευσμένο από την ταινία "8 ½" εκτυλίσσεται σε έναν δρόμο με κυκλοφοριακή συμφόρηση και καταφέρνει να κερδίσει τέσσερα βραβεία MTV (και συνολικά τις εντυπώσεις υπέρ των R.E.M.).
 
Το (λιγότερο εμπορικό κομμάτι του άλμπουμ) "New Orleans Instrumental No 1", μέσα από την απλότητα και καθαρότητά του προσπαθεί να κατευνάσει το συναισθηματικό δράμα που προκάλεσε το "Everybody hearts". Το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που προέκυψε από τις πρώτες αρχικές πρόβες, όπου έγινε ένας απλός πειραματισμός μόνο με κιθάρα, μπάσο και ηλεκτρικό πιάνο χωρίς τη συμμετοχή των ντραμς και της φωνής του Stipe.
 
Το "Monty Got a Raw Deal" αποτελεί σαφή αναφορά στον παλαιό σταρ του Hollywood Montgomery Clift (αν και δεν μνημονεύεται το επώνυμό του) έχοντας την πρόθεση να αποτυπώσει την αληθινή εικόνα του: ευάλωτη, αμφιλεγόμενη, ενίοτε βαλλόμενη από αρνητικά κοινωνικά σχόλια. Η αμφισεξουαλικότητα του Clift, η μεγάλη φήμη που απέκτησε ως «Άδωνις» του κινηματογράφου με την ταυτόχρονη αγωνία του για προστασία της ιδιωτικής ζωής του, αλλά και ο «ξεπεσμός» του μετά από σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα που του στέρησε ομορφιά και υγεία και τον έστρεψε στο αλκοόλ και τα φάρμακα ως μοναδική διέξοδο, αποτέλεσαν (ίσως) τους λόγους που ενέπνευσαν τον Stipe και τον έκαναν να ταυτιστεί μαζί του. Σε ένα επόμενο επίπεδο, ο Stipe φτάνει να οικειοποιηθεί αυτή την εικόνα τοποθετώντας και τον εαυτό του στην τροχιά της ίδιας μάταιης εξέλιξης που προβλέπει ότι μπορεί να έχει (Mischief knocked me in the knees/(and) said “Just let go. Just let go.) συνιστώντας υπομονή και στωικότητα. Η μουσική του κομματιού γράφτηκε από τον Peter Buck σε δωμάτιο ξενοδοχείου υ στη Νέα Ορλεάνη, χρησιμοποιώντας για τη σύνθεση μπουζούκι (!), ενώ από το διπλανό δωμάτιο ακούγονταν ερωτικοί ήχοι (!!). 
Όγδοο στη σειρά track το "Ignoreland" (το οποίο δεν κυκλοφόρησε ως single) που απηχεί τις πολιτικές πεποιθήσεις του Stipe.
Οι γνωστές θέσεις του κατά των Ρεμπουπλικανών αποτυπώνονται εδώ με μια οργισμένη φωνή να βγαίνει από μεγάφωνο (όπως και στο "Orange Crush") και να καταφέρεται κατά των απογοητευτικών συνθηκών διαβίωσης στην Αμερική, όπως διαμορφώθηκαν στη διάρκεια της διακυβέρνησης του Ρόναλντ Ρήγκαν και του Τζωρτζ Μπους. Η μπάντα πάντως δεν έμεινε ικανοποιημένη από την παραγωγή του και δεν το συμπεριέλαβε στις play lists των συναυλιών της, μέχρι τον Μάιο του 2008, οπότε και σχεδόν 16 χρόνια μετά από την κυκλοφορία του, ακούστηκε για πρώτη φορά live στο Βανκούβερ στις 23 του μήνα στο opening show της τουρνέ "Accelerate", που έμελε να είναι και η τελευταία για το συγκρότημα. 


Το δεύτερο πιο γνωστό κομμάτι του άλμπουμ και δέκατο στη σειρά, "Man on the Moon", σε country-rock ρυθμό, συνιστά μια ωδή στον θρυλικό performer και απρόβλεπτο κωμικό Andy Kaufman, ο οποίος απεβίωσε από καρκίνο το 1984 σε ηλικία 35 ετών. Η προσωπικότητα αυτή αποτελούσε (περιέργως) βασική πηγή έμπνευσης για τον Stipe και ίσως γι’ αυτό είναι ένα από τα τραγούδια που ήταν προσωπική του προτίμηση στις live εμφανίσεις του συγκροτήματας. Στο "Man on the moon" καταβάλλεται προσπάθεια να αναφερθούν όσο γίνεται περισσότερες στιγμές από την καριέρα του Kaufman: από την ενσάρκωση του Elvis και τις σουρεάλ stand up comedy παραστάσεις στην παράξενη εμμονή του στην επαγγελματική πάλη (wrestling) και το φιλμ "My Breakfast with Blassie". Το μυστήριο που πλέχτηκε γύρω από τον θάνατό του και οι θεωρίες συνωμοσίας που τον ακολούθησαν (για καιρό μετά κυκλοφορούσε η φήμη ότι δεν είχε πεθάνει) συμπλέκονται επιτυχώς με ανάλογες θεωρίες που διατυπώθηκαν για την προσγείωση στο φεγγάρι (If you believed they put a man on the moon/
Man on the moon/ If you believe there's nothing up his sleeve/
Then nothing is cool). Εξ ου και ο τίτλος του κομματιού, που έγινε με τη σειρά του και τίτλος ταινίας με θέμα τη ζωή του Kaufman και πρωταγωνιστή τον Jim Carrey. Το soundrack της ταινίας φυσικά υπέγραψαν οι R.E.M. στο οποίο συμπεριλήφθηκε και το "Man on the Moon". Πάντως παρόλο που πρόκειται για μια σύνθεση που καθορίστηκε με προσωπικές παραμέτρους και κίνητρα, ουσιαστικά κατέληξε σε μια μελωδία υπέροχα μελαγχολική που μας ταξιδεύει κάπου ακαθόριστα κάθε φορά που την ακούμε.
 
Last but not least δύο απλά εξαιρετικές μπαλάντες, το "Find the river" και το "Nighswimming" με τις οποίες κλείνει ο δίσκος. Πρόκειται για δύο πολύ σημαντικές στιγμές, πραγματικές προκλήσεις για το συγκρότημα, το οποίο δράττεται της ευκαιρίας για να «βουτήξει σε βαθιά νερά» συναισθημάτων και να γίνει σοφότερο. Στο μινιμαλιστικό αλλά με πολλές μικρές λεπτομέρειες "Nightswimming" κυριαρχούν οι αναμνήσεις, η νοσταλγία και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Όλα δένουν εύστοχα μεταξύ τους και φτιάχνουν έναν περίπλοκα όμορφο, ονειρικό κόσμο που αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση (The photograph reflects/Every street light a reminder/Nightswimming/Deserves a quiet night). Η μουσική αρκούντως «εξευγενισμένη» και με πλείστα ορχηστρικά μέρη που εντείνουν το δράμα, επιτρέπει στον ακροατή να «πιαστεί στα δίχτυα», με τη φωνή του Stipe να αποδίδει σε έναν ειλικρινή και προσιτό τόνο. Πιο προσγειωμένο το "Find the river".
Όπως το ποτάμι κινείται αέναα με ένα συγκεκριμένο σκοπό (τον ωκεανό) έτσι και η ζωή πάντα (πρέπει να) προχωράει μπροστά χωρίς να παρεκκλίνει από την πορεία και τους στόχους της.

Ως τελικός απολογισμός, το "Automatic for the people" χωρίς να είχε κάνει ιδιαίτερο πάταγο όταν κυκλοφόρησε, μάλλον μοιραία σε μια εποχή που μεσουρανούσαν συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam, δεν πέρασε απαρατήρητο και σημείωσε τη δική του μικρή επανάσταση καταφέρνοντας να καταστεί διαχρονικό και επίκαιρο μέχρι και τώρα με τα ζητήματα που θίγει.
Και παρόλο που δεν μας προσέφερε δυνατές ροκ στιγμές ούτε κέρδισε κάποιο βραβείο Grammy, η μουσική και οι στίχοι του εκπληρώνοντας επιτυχώς τον σκοπό των δημιουργών τους βρήκαν τη θέση που τους άρμοζε: απευθείας στην ψυχή, automatic for the people, με τον δίσκο να ανάγεται αν όχι στον καλύτερο πάντως στον ωριμότερο που έχουν να επιδείξουν οι R.E.M. στην καριέρα τους.


Μαρία Γεωργιάδου