Tom Waits: Ωδή στα Σκυλιά της Βροχής
Sunday

8Nov

Tom Waits: Ωδή στα Σκυλιά της Βροχής

Δημοσιεύθηκε από:

08/11/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1815
"...Και το κορίτσι πίσω απ' το μπαρ είχε για τατουάζ κάτι δάκρυα / "ένα για κάθε χρόνο που κείνος είναι μακριά", μου είπε / Τέτοια ομορφιά καταρρακωμένη / Από την άλλη, δεν έχει και τίποτα που να μην έρχεται στα ίσα του μ' ένα κατοστοδόλλαρο.
Έχει στο πρόσωπό της αυτή τη θλίψη που κόβει σαν ξυράφι / Ίσα που γίνεται χειρότερη απ' τις κλαγγές και τις βροντές που αφήνει ο σιδηρόδρομος της Σάουθερν Πασίφικ κάθε τόσο / Καθώς ο δείκτης του ρολογιού ακούγεται σα βρύση που στάζει / Μέχρι νά 'ρθεις να γεμίσεις μέχρι πάνω από παλιόξυδα, πίκρες και φαρμάκια / και να τα χύσεις όλα δίπλα σ' όποιον βρεθεί και θέλει να σ' ακούσει  
Τα είδα όλα / Όλα / Μέσα απτο κιτρινισμένο παράθυρο του τραίνου, πού' κανε το βραδινό δρομολόγιο". – 9th & Hennepin
To βιογραφικό του Tom Waits είναι διάσπαρτο από αλήθειες, αναλήθεις και εξόφθαλμα ψέμματα. Του άρεσε να λέει στις συνεντεύξεις ότι γεννήθηκε στην καρότσα ενός φορτηγού που πηγαινοερχόταν στο νότιο L.A. στις 7 Δεκεμβρίου1949.
Ότι στο γυμνάσιο είχε μπει σ’ ένα συγκρότημα σόουλ, αλλά τα παράτησε για να γίνει ακκορντεονίστας σε μια μπάντα που έπαιζε πόλκα. Ότι γυρνούσε από ‘δω κι από ‘κει, κάνοντας δουλειές του ποδαριού, ένας κανονικός πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης. Κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τη σωστή ακουλουθία, τη διάρκεια ή το ακριβόχρονο αυτών των ιστοριών. Το βέβαιο πάντως είναι, ότι, όταν στις αρχές του 1971 έπεσε πάνω στον Herb Cohen, έναν ιμπρεσάριο της Δυτικής Ακτής, δούλευε νυχτερινή βάρδια σ’ ένα diner.  
Αυτός και τον έφερε να υπογράψει συμβόλαιο με μια μικρή ανεξάρτητη εταιρία, την Asylum. Σ’ αυτήν, ο Waits κυκλοφορεί τρεις δίσκους που αφήνουν υποσχέσεις για το μέλλον. Γράφει ο ίδιος τις μικρές ιστορίες των στίχων, συνοδεύοντάς τις με το μεθυσμένο jazz πιάνο του και μια φωνή που κουβαλάει μια νόστο παράξενη, διεισδυτική.
Για έρωτες που τσακίζονται στα βράχια, Σαββατόβραδα που κοντεύουν να μην ξημερώσουν ποτέ, δελτία συναισθηματικής θιέλλης, φθαρμένα παπούτσια, φεγγάρια σαν γκρέϊπφρουτ, διαμάντια στο παρμπρίζ, τσαλακωμένες καρτ ποστάλ, καλόβουλα φαντάσματα, ζεστές μπύρες και κρυόκαρδες γυναίκες.
Μερικά τραγούδια τα δίνει σε άλλους, πιο γνωστούς, όπως οι Eagles κι ο Tim Buckley να τα ξαναπούν. Η δεινότητά του στις γεμάτες μελωδίες συναίσθημα, σε αντίστιξη με τη φωνή του, που σε κάθε δίσκο από το “Small Change” του ’76 και μετά μεταμορφώνεται σ’ ένα αρχέγονο blues βρυχηθμό, τον φέρνει πρώτο σ’ έναν καλλιτεχνικό στίβο χωρίς ανταγωνισμό.
Πιάνοντας το νήμα από τον αφηγηματικό οίστρο των beat ποιητών, ο Waits μιλάει για τους μοναχικούς και τους απόκληρους, τους από γεννησιμιού τους χαμένους, που ρυπαίνουν τα σοκάκια στις παρυφές της λεωφόρου προς το Αμερικάνικο όνειρο.  
«Πράγματι δανείστηκα αρκετά απ’ αυτό το υλικό. Όμως, το να δανείζεσαι είναι καλό πράγμα. Υπαινίσσεται ότι έχεις την πρόθεση αυτό που δανείστηκες, να το επιστρέψεις. Έτσι λειτουργεί η μουσική. Παίρνεις ένα κάτι από ‘δω, το φέρνεις από κει και σύντομα θα βρει το δρόμο του να γυρίσει πίσω».  
Οι δίσκοι του σπάνια μπαίνουν στα πρώτα 200 του Billboard, όμως στις ζωντανές του εμφανίσεις καταφέρνει να ελκύσει ένα μικρό, αλλά αφοσιωμένο κοινό. Στις αρχές του 1980, με έξι άλμπουμ ήδη στο ενεργητικό του, ο Waitsταξιδεύει για πρώτη φορά από την Καλιφόρνια στη Νέα Υόρκη, επιχειρώντας μια ανανέωση. Καθώς το συμβόλαιο με την Elektra Records πλησιάζει στο τέλος του, αναζητά νέο κίνητρο και το βρίσκει.
Οι μέρες παραμονής του στη Νέα Υόρκη θα αποφέρουν έναν ήχο πιο ηλεκτρικό, πιο προσβάσιμο. Στο “Heartattack And Vine” (US#96, Σεπτέμβριος του ’80) βρίσκεται κι ένα κομμάτι ποτισμένο λες από το πνεύμα ενός μουσικού ήρωα της ανατολικής ακτής, του συνομήλικού του, Bruce Springsteen. Το “Jersey Girl”.  


Όμως η σχέση του με την Elektra ψυχραίνεται, όταν τους παρουσιάζει το υλικό που σκοπεύει να συμπεριλάβει στο επόμενο άλμπουμ του.  
«Το άκουσαν, αλλά δεν είδαν πάνω του κάτι αναγνωρίσιμο. Κατόρθωσα τελικά να συρθώ πάνω σε σπασμένα μπουκάλια και μέσα συρματοπλέγματα για να περάσω τελικά ανάμεσα απ’ αυτά τα πράσινα χαρτάκια πού’ χουν πάνω τους Νεκρούς Προέδρους. Ήταν μια γερή αναμέτρηση, μια μονομαχία στο Ελ Πάσο. Business και λεφτά, έτσι πάει το πράγμα συνήθως».  
Έτσι, μέσα σε μερικούς μήνες, ο Waits επιστρέφει στην Καλιφόρνια, αδειάζει το δωμάτιο πού’χει κρατημένο στο Tropicana Motel του Χόλλυγουντ, τα σπάει με τον μάνατζέρ του Herb Cohen, χωρίζει με την κοπέλα του, την 26χρονη τραγουδοποιό Rickie Lee Jones, μήνες μόλις αφ’ ότου έχει πάρει το Grammy της καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενη τραγουδίστριας και υπογράφει στην Island Records.  
«Τώρα πια θα γράφω κομμάτια που θα ανήκουν σε μένα τον ίδιο, όχι σε κάποιον τύπο με έδρα το Bronx. Μέχρι τότε δεν ήμουν ενήμερος του τί συνέβαινε με τα τραγούδια μου. Τώρα, είμαι πολύ πιο ευχαριστημένος που ανήκω σε μια μικρή εταιρία. Ο Chris Blackwell είναι μια προσωπικότητα καλλιτεχνική, ένας ανθρωπιστής. Κάθεσαι και συζητάς μαζί του χωρίς να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στα γραφεία της Texaco, της Heineken ή της Budweiser. Υπάρχει κάτι εδώ πέρα που λειτουργεί με μυαλό, περιέργεια και φαντασία».  
Με την Island να τον αφήνει εντελώς ελεύθερο στο δημιουργικό πεδίο, δέχεται την πρόσκληση του Francis Ford Coppola να δουλέψει πάνω στη μουσική της καινούριας του ταινίας με τίτλο “One From The Heart” στα Zoetrope Studios του Σαν Φρανσίσκο που ανήκουν στο διάσημο σκηνοθέτη. Εκεί, θα γνωρίσει μια 28χρονη αναλύτρια σεναρίου που δουλεύει στο τημ του Coppola, την Kathleen Brennan. Μέσα σε μερικούς μήνες θα την παντρευτεί.
Η γυναίκα αυτή θα αναμορφώσει τον κόσμο και το μυαλό του Waits. Όχι μόνο θα τον οργανώσει και θα τον στηρίξει να ελέγξει το αλκοόλ, αλλά θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για τις μουσικές αναζητήσεις του στο εξής.  
«Δεν παντρεύτηκα γυναίκα, παντρεύτηκα μια δισκοθήκη. Είναι μια εκπληκτική συνεργάτης. Μια ακροβάτισσα που μπορεί, ας πούμε, να φτιάξει κι ένα φορτηγό. Που ξέρει πράγματα για την Αφρικάνικη βιολέτα, τέτοια πράματα. Δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν ξέρω τί να πω. Είμαι τυχερός. Έχει μια εντυπωσιακή φαντασία κι αυτή, ξέρεις, είναι η χώρα που θέλω να ζω εγώ. Είναι θαραλλέα, εφευρετική και ατρόμητη. Είναι το άτομο που θέλεις για να μπεις μαζί του στο δάσος, ας πούμε. Κάποια που ολοκληρώνει τις προτάσεις που ξεκινάς να φτιάχνεις εσύ».  



Σεπτέμβριο του ’83 ο Waits συστήνει για πρώτη φορά στο κοινό του την «παρανοημένηφιλαρμονική ορχήστρα» του με τον καθοριστικό για το μέλλον του δίσκο “Swordfishtrombones”. Συγκολλώντας, ανακατεύοντας και ιδιοσκευάζοντας τα απομεινάρια που βρίσκει καταχωνιασμένα στα πατάρια, τα κελλάρια και τα υπόγεια της αμερικάνικης μουσικής παράδοσης μ’ έναν τρόπο που έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν μόνον οι Τhe Band, ξεδιπλώνει εκεί ένα συναρπαστικό κολλάζ από τραγούδια – ενσταντανέ των δευτεραγωνιστών μια άχρονης Αμερικής: ο περιπλανώμενος ναυτικός, η φωτογραφία μιας αγάπης μακρυνής παραχωμένη στο πορτοφόλι, οι μικροκομπιναδόροι μιας γειτονιάς με χίλιες φυλές, τα πράγματα που ο στρατιώτης αφήνει πίσω του κάθε φορά, ο άγνωστος τυπάς που με δυό ποτήρια τζιν αρπάζει την άπιστη κι εξαφανίζεται.  
Μέσα σε 18 μήνες θα παίξει μικρά, χαρακτηριστικά cameoσε τρεις ταινίες του Copolla, με τις οποίες αυτός πασχίζει να ρεφάρει την παταγώδη αποτυχία του “One From The Heart”: “The Outsiders”, “Rumble Fish” και “Cotton Club”. Τον Ιούνιο του ’85 ο Waits θα μετακομίσει για μια ακόμη φορά από το L.A. στη Νέα Υόρκη, αυτή τη φορά μόνιμα.  
«Τρομερή πόλη για ν’ αγοράσεις παπούτσια», θα δηλώσει.  
Εκεί, με την Kathleen μούσα, οργανώτρια και συνδημιουργό, κι ενώ ήδη δουλεύει μαζί της πάνω στο ανέβασμα της μουσικοθεατρικής παράστασης “Frank’s Wild Years”, ιδέα που ξεπήδησε από την ομώνυμη μονόλεπτη πρόζα με τζαζ υπόκρουση που ακούγεται στο “Swordfishtrombones”, θα ξεκινήσει να γράφει το “Rain Dogs”.  
Oι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στα τραγουδιστικά του μονόπρακτα δε διαφέρουν και πολύ από κείνους της προγενέστερης δισκογραφίας του, όμως αυτή τη φορά, θα εμφυσήσει τέτοια ποικιλία στο ηχητικό υπόβαθρο που συνέχει τις ιστορίες τους, ώστε ο δίσκος γίνεται μια χειροποίητη κιβωτός από μικρού μήκους μουσικές αποστρόφους, όλες με τον ίδιο μαέστρο – σκηνοθέτη.
Που τη μια σκηνοθετεί με φόντο μια στοιχειωμένη κωμόπολη μ’ ένα και μοναδικό σαλούν, όπου ο πιανίστας εξακολουθεί μέσα στη νύχτα να παίζει, χωρίς να τον απασχολεί ότι κανείς δεν τον ακούει. Την επόμενη, καδράρει πάνω στον Τιτανικό λίγο πριναρχίσει να βυθίζεται, με την ορχήστρα να παίζει ρυθμούς μαριάτσι γυρίζοντάς το από τη μια στιγμή στην άλλη σε τανγκό ή σε πόλκα.
Την Τρίτη, πάνω στα σκληρά άχυρα της αποθήκης της βαμβακοφυτείας, όπου ο ήλιος δύει πορτοκαλής και μετά μπορντώ πάνω στη συντροφιά της θλίψης. Και την τέταρτη σε γλυστερά δρομάκια που βγάζουνε σε ντραγκ μπαρ με κινεζοπορτορικάνες χορεύτριες που δεν έχουν ακόμη συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για την επέμβαση.  


Οι εμβολές από τα blues, τη jazz, ακόμη και την country παντρεύονται με εξωτικούς ρυθμούς από πρωτάκουστες μεριές του κόσμου, ήχοι ακατάτακτοι υφαίνουν ένα μονογενές ψηφιδωτό με 19 μπαλώματα, καθένα τους μια μουσική παραζάλη που μαγνητίζει.
H υγρασία, τα θολωμένα από τις ανάσες τζάμια, οι υποφωτισμένοι δρόμοι, τα αφιλόξενα καταγώγια, οι κλειστοφοβικοί μονόλογοι σε στάσεις λεωφορείων και σκάλες προς τον υπόγειο, γεννούν πυρετωδώς, ανιάτως, μέσα στα αυλάκια του δίσκου πολλά φιλμ χωρίς εικόνα, στριμωγμένα όλα στο ίδιο βαγόνι νυχτερινού τραίνου.  
«Χωρίς να θέλω να δραματοποιήσω το πράγμα, ήθελα να υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στα κομμάτια. Στην αρχή είπα να ονομάσω το δίσκο Βeautiful Train Wrecks ή Evening Train Wrecks. Μερικές φορές κλείνω τα μάτια μου πολύ σφιχτά και βλέπω την εικόνα που θέλω. Το “Singapore” ξεκίνησε κάπως έτσι. Ο Richard Burton μ’ ένα μπουκάλι χύμα μπράντυ στο χέρι να ετοιμάζεται για επιβίβαση στο καράβι. Προσπάθησα μάλιστα να κάνω τη φωνή μου σαν και τη δική του. “In the kingdom of the blind the one-eyed man is king”. Πήρα και λίγο απ’ τον Όργουελ, μου φαίνεται».  
Ο Waits δεν είναι επιμελητής πραγματικών αναμνήσεων, ούτε καταγραφέας αληθινών περιστατικών. Ο κόσμος που δημιουργεί συγκεράζει και συγχέει μνήμη, πραγματικότητα και φαντασία σ’ ένα αμάλγαμα από αναθυμιάσεις και παραμυθία, ικανό να μεθύσει τόσο τον επιρρεπή όσο και τον προσγειωμένο ακροατή.  
«Έχω την εντύπωση ότι μεγάλο μέρος απ’ όλο αυτό οφείλεται στη Νέα Υόρκη. Όλα είναι πιο ψηλά, ανυψωμένα, διαμπερή, έχουν πάντα κάτι πίσω τους. Βρίσκεσαι μέσα σε μια εβραϊκή συνοικία και σου ανοίγει την πόρτα του ένας ασιάτης οδηγός ταξί για να σε μεταφέρει σ’ ένα ισπανικό ρεστωράν, όπου ακούς μια γιαπωνέζικη μπάντα να παίζει τανγκό και τρως βραζιλιάνικο φαγητό. Υπάρχουν μέρη που η Νιγηρία γλυστρά μέσα στη Λουιζιάνα. Το απολαμβάνω αυτό το πράγμα. Τα πράγματα στη μουσική εδώ συμβαίνουν αυθόρμητα και σε πηγαίνουν σε μέρη που κάτω από άλλες συνθήκες δε θά’ βρισκαν μεταξύ τους κάνενα κοινό σημείο. Αν παίζεις έναν ορισμένο ρυθμό και μετά από λίγο τον αλλάξεις ελαφρά, αυτομάτως μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Το πας από ’δω, γίνεται ένα βαλς από τα Καρπάθια, το πας από κει, κι ακούγεται σαν κάτι που παίζουν στην Ινδονησία».  


Όπως και νά’ χει, είναι ο πρώτος δίσκος του Waits που γράφεται και ηχογραφείται εξ ολοκλήρου μακριά από το L.A.. Πριν μετακομίσει στο Μεγάλο Μήλο, είχε πάρει μια γερή δόση Νέας Υόρκης το φθινόπωρο του ’84, όταν προσγειώθηκε εκει για δεύτερη φορά. Σύντομα βρέθηκε να συναγελάζεται με τζαζίστες, συγγραφείς off-Broadway θεατρικών, Waholιστές, μουσικούς, σκηνοθέτες. Απορρόφησε οσμές, προφορές, μουσικές δονήσεις, έμεινε μάλιστα σ’ ένα υπόγειο στο κεντρικό Μανχάτταν, θέλοντας να εγκατασταθεί στο επίκεντρο των νευρώσεων ολόκληρης της Μητρόπολης.  
«Η Νέα Υόρκη είναι ένα όπλο. Ζεις μέσα στις αντιφάσεις και τις εντάσεις της, μερικές φορές είναι αφόρητο, Το ίδιο το μέρος σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι υποχρεωμενος να κάνεις κάτι παραπάνω απ’ ό,τι βλέπεις γύρω σου. Ένας μέρος όπου η προθεσμία για να τραβήξεις τη φωτογραφία ενός αλήτη που κάθεται έξω απ’ το παράθυρό σου είναι πιο σημαντική από την προθεσμία που έχει εκείνος να βρει ένα ξεροκόμματο ή κάπου να περάσει τη νύχτα. Κάποιος πάει τουλέτα σε σαμπρέλλα αυτοκινήτου και την ίδια στιγμή, απέναντι, βλέπεις να παρκάρει ένα αμάξι 70.000 δολλαρίων και από μέσα του να βγαίνει μια γυναίκα με καλσόν των 150 και παπούτσι των 700 δολλαρίων και να πατάει σε μια λίμνη από αίμα, κάτουρο και μπύρα πού’χει αφήσει κάποιος που τον σκοτώσανε μισή ώρα πριν και το κορμί του βρίσκεται κρύο σε κάποιο πλακόστρωτο».   
Η ηχογράφηση γίνεται στα RCA Studios, στις τεράστιες αίθουσες όπου τριάντα χρόνια πριν τα σύνολα της jazz ηχογραφούσαν ζωντανά. Εκεί που είχε σταθεί και τραγουδήσει η Billy Holiday και απαγγείλει για το ραδιόφωνο ο Orson Wells. Ο χώρος δεν είναι εύκολο να γεμίσει με τη μικρή κομπανία που μαζεύει στο κέντρο της αίθουσα ο Waits. Μικρή μεν, αλλά διαρκώς εναλλασσόμενη. Βασικοί του συντελεστές : στα κρουστά ο 33χρονος ντράμμερ Steven Hοdges -μαζί του από το ’83- και ο 25χρονος Michael Blair, στο όρθιο μπάσο ο 43χρονος Larry Taylor με το μακρύ παρελθόν στους Canned Heat. Για πρώτη φορά μαζί του ένας 32χρονος κιθαρίστας με τεράστια ευελιξία -από Κουβανέζικα μέχρι free jazz και ροκ- ονόματι Marc Ribot. Σαξόφωνα, βιολιά, τρομπέτες, ακκορντεόν, μπάντζο, κλαρινέτο, μαρίμπας, κόνγκας, προστίθενται από φίλους του Waits, γνωριμίες του από τη Νέα Υόρκη, συστημένους από άλλους φίλους, παλιούς και καινούριους. John Lurie και Ralph Carney προσθέτουν τις δικές του πινελιές από πνευστά, ο Bobby Previte μαρίμπα, ο Greg Cohen ακουστικό μπάσο και ο Chris Spedding κιθάρα. Όμως, μια μέρα στη Νέα Υόρκη, ο Waits θα πέσει πάνω σε κάποιον πραγματικά διάσημο.  
 «Ήμασταν συγγενείς, αλλά ούτε που τό’ ξερα. Έπεσα πάνω του σ’ ένα κατάστημα γυναικείων εσωρούχων. Διαλέγαμε σουτιέν για τις γυναίκες μας και, να, έχουν ένα μέρος εκεί πίσω, που μπορείς να κάτσεις, να πιες κανά – δυό ποτήρια».  
Είναι ο Keith Richards που περιφέρεται χωρίς σκοπό στη Νέα Υόρκη, θυμωμένος από την απόφαση του Mick να γράψει και να κυκλοφορήσει προσωπικό δίσκο χωρίς να του το αναφέρει καν.  
«Του δανείζω λεφτά για τόσο πολύ καιρό, κι έπρεπε κάποια στιγμή αυτό να σταματήσει. Τον κάλεσα λοιπόν να παίξει στο δίσκο μoυ για να ξεπληρώσει κάποια στιγμή, επιτέλους. Πάντως ήταν τζέντλμαν. Μπήκε στο στούντιο, έβγαλε το καπέλο του κι αμέσως πέταξαν όλα αυτά τα περιστέρια από μέσα».    
Το ανοιχτό κούρδισμα του Richards στο Big Black Mariah του δίνει, το προσέχει κανείς με την πρώτη, μια αυθεντική blues τραχύτητα. Στο βουτηγμένο στο bourbon Blind Loveκοπλιμεντάρει το country παράπονο της φωνής, προσθέτοντας μια “Faraway Eyes” περασιά. Η παρουσία του και μόνο, αναμορφώνει τα σέσσιον. Οι μουσικοί βιώνουν την παρουσία ενός ζωντανού θρύλου.  
 

 «Το “Union Square” το είχα για πέταμα. Για φέρτε το σκουπιδιάρη, τέτοια κατάσταση. Και τότε έρχεται μέσα στο στούντιο εκείνος.  Kαι στέκεται, με το κεφάλι να δείχνει τρεις και το αριστερό χέρι να δείχνει δέκα – πώς γίνεται κάποιος να μπορεί να στέκεται έτσι χωρίς να πέφτει δεν ξέρω, εκτός κι αν τον κρατάει απ’ το ταβάνι καμιά πετονιά απ’ αυτές που σηκώνουν 200 λίβρες. Μπαίνει, που λέτε, στο στούντιο με τη θήκη της κιθάρας και τα όλα του. Αμέσως, το τραγούδι άρχισε να μ’ ενδιαφέρει. Έϊ Κηφ, μήπως να δοκιμάσουμε ‘δώ ένα Rickenbaker.  
Ο σαξοφωνίστας και κλαρινίστας Ralph Carney θυμάται: «Από το στούντιο, χωρίς υπερβολή, είχε περάσει όποιος μουσικός βρισκόταν στη Νέα Υόρκη εκείνη την περίοδο. Έμπαινε μέσα κι έπαιζε. Άλλοτε το πράγμα έδενε, άλλοτε όχι. Μέσα Ιουλίου στο Μανχάτταν με ζέστη στο φουλ, μαζευτήκαμε όσοι ήμασταν και δοκιμάσαμε πρώτα το ινστρουμένταλ “Midtown”. Πανδαιμόνιο. Το παίζαμε και μετά έπρεπε να το προσπάθήσουμε ξανά, προσπαθώντας ν’ ακολουθήσουμε αυτές τις εντελώς ιδιόρρυθμες υποδείξεις του Tom. “Σαν ένας χοντρός που φορά μικροσκοπικό καπέλο” μου είπε, για τον ήχο που ήθελε από το μπάσο κλαρινέτο μου».  
Τους στίχους τους έχει γραμμένους από πριν. Το περιπετειώδες όσο και επίπονο είναι ποιά από τις μουσικές που γράφονται, ξαναγράφονται, αλλάζουν κι ενορχηστρώνονται  διαφορετικά θα ταιριάξουν με ποιά λόγια.  
Στo Cemetery Polka”, ο Waits επιστρατεύει το αυστηρό, βαθύτονο γαύγισμά του σε μια κάθετη διατομή των ηθών μιας ολόκληρης οικογένειας. «Ξέρω, δεν έπρεπε να βάλω όλο το σόϊ μου σ’ ένα τραγούδι. Όχι τίποτα άλλο, αλλά έχουν αρχίσει κι ενοχλούνται. Όλο με παίρνουν τηλέφωνο. “Tom, δεν έπρεπε να πεις τέτοια πράματα για τη θεία Maime και το θείο Baltimore”. Ναι, μητέρα, όμως αυτοί πράγματι βγάλανε ένα εκατομμύριο όσο κρατούσε ο πόλεμος και συ δε θα δεις δεκάρα από δαύτα. Συγγνώμη, αλλά κάπoιος έπρεπε να στο πει».    
Τα τρία αξεπέραστα κομμάτια του “Rain Dogs”, βρίσκονται σκόπιμα θά’λεγε κανείς στα έγκατα του δίσκου, σα να πρέπει να φτάσει σ’ αυτά μόνον όποιος έχει δείξει συνέπεια και υπομονή. Πρώτο, το σπαρακτικής ειλικρίνειας Time, που κλείνει χαμολόφωνα την πρώτη πλευρά, με το πιο βροντερό μήνυμα, μέσα από μια ακολουθία από φευγαλέες ματιές. Είμαστε όλοι, μα όλοι, δέσμιοι και εραστείς του Χρόνου.  
«(…) Ο άνεμος βγάζει λόγους / κι η βροχή χειροκροτά  
Στο σαλούν ο Ναπολέων κλαίει με λυγμούς /  
κι η αόρατη μνηστή του στον καθρέφτη  
Η μπάντα γυρίζει σπίτια της / ενώ βρέχει καντάρια  
Είν’ αλήθεια, εδώ πέρα δεν έμεινε τίποτα γι’ αυτόν  
«(…) Τα ορφανά καμώνονται όλοι τους  
Κι η μνήμη τους σαν τραίνο / δες, όσο απομακρύνεται, μικραίνει  
Όλα αυτά που δε θυμάσαι / Λένε όσα δεν ξεχνάς  
Κι η Ιστορία σε κάθε όνειρο έναν άγιο να βάζει  
Κι είναι ο Χρόνος ο Χρόνος ο Χρονος  
Που αγαπάς  
Ο Χρόνος».  


 

Δεύτερο, τo Rain Dogs”. Ανοίγει τη δεύτερη πλευρά και μαζί τα παραθυρόφυλλα από το χωμένο σε κάποια νοτισμένη από υγρασία γκαρσονιέρα, κει πάνω στα πέτρινα κτίρια της 53ης οδού, επιτρέποντας στον ακροατή να ρίξει τη ματιά του κάτω στο δρόμο. Απ’ τη γωνία, ακούει πριν τη δει, την demented parade bandνα παρελαύνει γεμάτη τσακισμένο καμάρι, ανοιγοκλείνοντας κορδωτή τ’ ακορντεόν.  
«Καμιά φορά, όταν έχει βρέξει, εκεί στις τρεις - τέσσερις το πρωί, τα βλέπεις στο δρόμο τα σκυλιά. Η βροχή έχει σβήσει τις μυρωδιές, έχουν χάσει την όσφρηση και περιφέρονται ταλαίπωρα, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο για το σπίτι».  
Και τρίτο, το Downtown Train”. Από τη στιγμή που ο Waits παίζει στη μπάντα τα πρώτα ακκόρντα, ο Michael Blair, παρά το νεαρό της ηλικίας του, τον κοιτάει με νόημα:
«Ξέρεις, έτσι, αυτό θα αρέσει σε ό-λ-ο-υς» . Yeah, right. Whatever”, απαντά σα να τον έπιασαν να κάνει αταξία. Οπωσδήποτε το ξέρει και πολύ καλά μάλιστα. Γι’ αυτό και τη σύνθεση που τελικά το ηχογραφεί, την επιλέγει προσεκτικά. Ανάμεσα από τους δεκάδες μουσικούς που παρελαύνουν από τα RCA Studios («Πληρώθηκαν κανονικά. Καλά παιδιά, όλοι τους»), καταλήγει σ’ αυτούς που διαθέτουν την εμπειρία για εξυπηρετήσουν επακριβώς τις ανάγκες αυτού του κομψοτεχνήματος.
Ο G. E. Smith της μπάντας των Hall & Oates στην κιθάρα, o από τους ελάχιστους ολοφάλακρους μυστακοφόρους στη μουσική μπίζνα Tony Levin –Peter Gabriel, King Crimson- στο μπάσο και ο Mickey Curry– από τη μπάντα του Bryan Adams - στα τύμπανα.  
«Έξω άλλο ένα κίτρινο φεγγάρι / Έριξε γροθιά κι άνοιξε μια τρύπα στη νύχτα  
Σκαρφαλώνω απ’ το παράθυρο, στο δρόμο κατεβαίνω  
Κι αστράφτω σαν καινούρια δεκάρα  
Τα τραίνα για το κέντρο γεμάτα  / Με  κορίτσια απ’ το Μπρούκλυν  
Να ξεφύγουνε παλεύουνε σκληρά από τους μικρούς τους κόσμους  
Μ’ ένα σου νεύμα, σκορπάνε σαν κοράκια  
Τίποτε δεν έχουν που την καρδιά να φυλακίσει θα μπορεί  
Αγκάθια μόνο, χωρίς τριαντάφυλλο / Πρόσεχέ τα στο σκοταδι  
Ω, να γινόμουν ο ένας που διάλεξες για έναν και μοναδικό  
Άραγε μ’ ακούς τώρα;  
Θα σε απόψε;  
Στο Τραίνο για το Κέντρο  
Κάθε νύχτα είναι ίδια  
Μ’ αφήνεις μόνο, που λες»  
Εικονοπλασία του στίχου και διεισδυτική μελωδία πετυχαίνουν διάνα. Οπτικοποιούνται, δε, από το εκπληκτικά φωτοσκιασμένο μαυρόασπρο βίντεο κλιπ ενός 36χρονου φωτογράφου μόδας και σκηνοθέτη. Του Jean Baptiste Mondino, του ανθρωπου που την προηγούμενη χρονιά έχει σκηνοθετήσει το “Boys Of Summer” του Don Henley -σάρωσε στα βραβεία του MTV το Φεβρουάριο του ‘85- ενώ λίγους μήνες πριν έχει υπογράψει δύο ακόμη κλιπ που πρόκειται να μείνουν κλασσικά: “Slave To Love” του Bryan Ferry και “Russians” του Sting.
Ο Waits, αλητήριος τροβαδούρος με στενόγειση φεντόρα και μυτερά μποτάκια, γρυλίζει κάτω απ’ το φως της λάμπας, με τους αχνιστούς ατμούς από τους εξαερισμούς της πόλης να τον τυλίγουν. Ένας μελαμψός πυγμάχος με λεπτό μουστακάκι, ένας κρου-κατ μπαμπάς με φανελλάκι που ξυπνά, περισκέπτεται και κουνά υπομονετικά τη γεμάτη αθωότητα μωρουδιακή κούνια, μια ντίβα που αφήνει τη μπανιέρα της, ξυρίζει τις μασχάλες της και αράζει φρεσκολουσμένη, καπνίζοντας, ένας άστεγος που κοιμάται μακαρίως πάνω σ’ εφημερίδα. Κι ανάμεσά τους αυτός, περιδινείται σαν ξωτικό, κραδαίνει ακορντεόν, ισορροπεί, ξαπλώνει ή τεντώνεται σχηματίζοντας απίθανες γωνίες με το κορμί του.  


Είναι 1985 και η Αμερική βρίθει από Σταλλόνε και Σβαρτσενέγκερ που κρατάνε μυδράλια στα γυαλισμένα τους μούσκουλα. Χώρος στο ποπ στερέωμα δε μοιάζει να υπάρχει για ταπεινούς, μυστήριους και καταφρονεμένους.  Όπως ο ναυτικός στο εξώφυλλο που έχει φωλιάσει στην αγκαλιά μιας καλόκαρδης πόρνης στην Reeperbahn Strasse του Αμβούργου, στην μιας εικοσαετίας παλιά φωτογραφία του Anders Petersen.
«Το Rαin Dogs είναι για τους ανθρώπους που κοιμούνται κουλουριασμένοι σ’ εξώπορτες. Για κείνους που δεν έχουν πιστωτικές κάρτες. Που δεν πηγαίνουν εκκλησία κάθε Κυριακή. Που τους πηγαίνει αυτή τεράστια πόλη χωρίς να έχουν ιδέα για το προς τα πού. Ακόμη με τραβούν οι άσχημοι. Δεν ξέρω, ίσως είναι κάτι στην προσωπικότητά μου, ίσως κάτι που συνέβη όταν ήμουν παιδί».  
Το Σεπτέμβριο του ‘85, ο Waits θα γίνει πατέρας για τρίτη φορά, καθώς η Kathleen θα φέρει στον κόσμο ένα αγόρι. Θέλει να του δώσει το όνομα “Senator Waits”, συναντά όμως το βέτο της μητέρας, την οποία ως σύντροφο, συνεταίρο και ισότιμη καλλιτέχνη, σέβεται ευλαβικά. Όνομά του θα γίνει τελικά η «αναπληρωματική» του επιλογή, το Casey Xavier.  
«Η παιδική ηλικία είναι πολύ σημαντική όταν γράφω τραγούδια. Αυτά που συμβαίνουν τότε, το πώς τα αντιλαμβάνεσαι και αργότερα τα θυμάσαι έχουν τεράστια επιρροή στο τί θα κάνεις αργότερα στη ζωή σου. Μου άρεσε να πηγαίνω σινεμά. Μερικές φορές έβλεπα και 10 ταινίες τη μέρα, πέρναγα όλη μου τη μέρα από τις δέκα το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα πηγαίνοντας από ταινία σε ταινία. Και τότε, ξέρεις, είναι ο υπόλοιπος, ο έξω κόσμος που γίνεται η ταινία. Τα χρονικά διαστήματα ενδιάμεσα από τα φιλμ γίνονται όλο και πιο πολύπλοκα να τα διευθετήσεις. Γίνονται αυτά, τελικά, εκείνο που θέλεις να δεις, κι όχι οι ταινίες».  
Σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που δίνει τον Οκτώβριο του ’85 στον Barney Hoskyns του NME, απαντά για την αναγνωρισιμότητα, την επιτυχία και την υστεροφημία:  
«Υπάρχει κάτι μέσα σου που σου επιβάλει να θέλεις να γίνεις δημοφιλής, την ίδια στιγμή όμως σε κάνει να μισείς τις παγίδες που φέρνει μαζί του αυτό το πράγμα. Φυσικά και θέλεις να σε υπολογίζουν, να μην καταλήξεις αχρείαστος σαν κόκκαλο για τα παπούτσια ή λάμπα γραφείου. Όμως, αυτές τις μέρες, φαίνεται η μπίζνα της μουσικής προκαλεί στους μουσικούς, αυτό που η πολιτική κάνει στους πολιτικούς. Για να φτάσουν να πάρουν ένα αξίωμα, καταλήγουν στη διαδρομή να ξεπουλήσουν όλες τις ιδέες και τα ιδανικά με τα οποία ξεκίνησαν. Είναι σαν την άμαξα που ανεβαίνει με κόπο την ανηφόρα. Και αρχίζουν, για να το πάνε πιο εύκολα, να ξεφορτώνονται τα πιο βαριά: πάρ’το κάτω το εκκλησιαστικό όργανο, τη λάμπα του γραφείου, το νυφικό, τη μπάλα του μπόουλινγκ. Μπορεί να φτάσει στην κορυφή πιο άνετα, όμως όλο το φορτίο που έχει πραγματική αξία θα το έχει χάσει στο δρόμο».  
Το ερώτημα είναι αναπόφευκτο. Νιώθει την υποχρέωση να ανταποκριθεί στο μύθο του «καταραμένου», του μέθυσου, του περιθωριακού, έναν μύθο φτιαγμένο από κομμάτια της περσόνας των ηρώων του;  
«Οπωσδήποτε είναι καλύτερο να καείς γρήγορα κι έντονα παρά να μείνεις άκαυτος και να σαπίσεις. Δε νιώθω καμία αίσθηση ευθύνης, δεν είμαι στο στρατό, για να νιώθω έτσι. Τα πράγματα που γράφει κανείς έχουν σίγουρα ξαναγραφτεί πιο πριν από άλλους, οπότε δε θεωρώ ότι κάνω κάποια φοβερή καινοτομία ή τίποτα τέτοιο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να ακούς προσεκτικά ό,τι έχει για σένα αξία και να προσπαθείς μέσα από αυτό να βρεις τη δική σου θέση. Τα υπόλοιπα, δεν έχουν σημασία. Champagne for your real friends, and real pain for your sham friends».  
Τον Οκτώβριο θα ξεκινήσει μια σειρά από sold out εμφανίσεις σε Ευρώπη και Αμερική. Το “Rain Dogs” έχει κυκλοφορήσει  από την Island στις 25 Σεπτεμβρίου και θα γίνει το πρώτο του άλμπουμ που θα μπει στο βρετανικό τοπ-30 (UK#29, 26/10/85).  
Είναι μόνον η αρχή μιας καρριέρας γεμάτης γρυλίσματα αλήθειας, τραγουδιών που ιερουργούν με τη μοναδικότητά τους και μουσικής πρωτοπορίας. Πρωτοπορίας; Όχι δα.  
 «Τί θα ήθελα να γράφει στην ταφόπλακά μου; Χμ…“Σας τό’λεγα, δεν είμαι στα καλά μου”».  


Παναγιώτης Παπαϊωάννου