Queensryche: Metal Empire Down
Παρασκευή

18Σεπ

Queensryche: Metal Empire Down

Δημοσιεύθηκε από:

18/09/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

723
Καθώς το φθινόπωρο της πρώτης χρονιάς με το «9» ως τρίτο ψηφίο έχει μπει για τα καλά, είναι φανερό. Η μουσική που μας μεγάλωσε, αυτό που γνωρίσαμε και ονομάζαμε heavy metal αλλάζει δραστικά.
Tα ονόματα που μας γνώρισαν τον ήχο, μας υπαγόρευσαν το ύφος, διέδωσαν την πώρωση και μας δίδαξαν το στίχο, η παλιά φρουρά, δείχνει να τελεί σε μια ύποπτη ακινησία.
Μπορεί οι Priest να έχουν μόλις επανέλθει -δυναμικά αν και κάπως επιτηδευμένα- με το “Painkiller”, όμως οι υπόλοιποι διέρχονται φάση παρακμής.
Οι Maiden, παρά τις πάντα υψηλές προσδοκίες, εκτίθενται ανεπανόρθωτα με τον πρώτο κάτω του μετρίου δίσκο τους (“No Prayer For The Dying”).
Οι Black Sabbath έχουν κυκλοφορήσει το το “TYR”, τον τρίτο δίσκο τους με τον Tony Martin, o οποίος -όσο ευνοϊκά διακείμενος και νά’ σαι- είναι ξεκάθαρο ότι αδυνατεί να πλησιάσει τον προ δεκαετίας μεγάλο Dio. Ο οποίος, παρά την προσθήκη του 17χρονου Rowan Robertson στην κιθάρα ακούγεται απελπιστικά κουρασμένος και συγχρόνως κουραστικός στο “Lock Up The Wolves”.  
Οι Accept πήγαν να κάνουν τον ήχο τους πιο εμπορικό και κατέρρευσαν - έχουν οριστικά διαλυθεί από τις αρχές της χρονιάς. Ο Ozzy, μετά από μια παγκόσμια περιοδεία που ολοκληρώθηκε με την απόπειρα στραγγαλισμού της Σάρον, βρίσκεται για μια ακόμη φορά στα πητς διάφορων detoxmansionsτων χιλίων δολλαρίων την ημέρα.
Οι Motorhead, τους οποίους είδαμε τελευταία μέρα του Μαρτίου στο «ΡΟΔΟΝ», ψάχνουν για δισκογραφική εταιρία, από το L.A., όπου έχουν στο μεταξύ μετακομίσει, δίνοντας την ευκαιρία στον αρχηγό να πάρει χρώμα και να συναγελαστεί με σιλικονούχα γκομενάκια και κουλοχέρηδες στο Rainbow Bar & Grill.
Οι Saxon -κι αυτούς τους είδαμε στο «ΡΟΔΟΝ» το Μάϊο-  έχουν τελειώσει μια περιοδεία στην Ευρώπη για τα δέκα τους χρόνια, το πέρασμα των οποίων, όμως, τους βρίσκει πιο μικρούς απ’ ότι στο ξεκίνημά τους, λόγος για τον οποίο μόνο μια αντίστοιχα ταπεινή γερμανική εταιρία προσφέρεται να βγάλει τον επόμενο δίσκο τους.  
Ορισμένα μέχρι τώρα δεύτερης γραμμής ονόματα όπως οι Savatage και οι Running Wild έχουν δώσει τους προηγούμενους μήνες τις καλύτερές τους κυκλοφορίες (“Gutter Ballett”, “Death And Glory”), το ίδιο και σεσημασμένες μούρες από το παραγωγικά ακμάζον γερμανικό μέτωπο, ο U.D.O. (“Faceless World”) και οι Gamma Ray (“Heading For Tomorrow”).

Η εμβέλεια όλων τους, όμως, εξαντλείται στο να σιτίζει με κορεσμένα μεταλλικά άλατα τα πεινασμένα μετέφηβα πλήθη που κατεβαίνουν κατά αγέλες κάθε Σάββατο σε Rock City και Metropolis, ψάχνοντας δίσκους. Ελάχιστη η πιθανότητα να ακουστούν παραέξω, σ’ έναν κόσμο που εξακολουθεί να φισκάρει το top-10 με Janet Jackson, McHammer, Wilson Philips και Vanilla Ice.  
Αυτό, το να ακουστούν παραέξω, το έχουν ήδη πετύχει οι μπάντες του λεγόμενου hair metal, με τελευταία εσοδεία τους Firehouse, Slaughter, Winger, Warrant, Giant και Alias.
Όλοι με αιχμή powe rμπαλλάντες, στο δρόμο που άνοιξε από την προηγούμενη χρονιά η ταξιαρχία των επιμελημένα ατημέλητων VidalSassoonιστών (Skid Row, White Lion, Great White, The Cult), τον οποίο με ευλάβεια ακολούθησαν και οι «παλιοί», αλλά όχι ξοφλημένοι Alice Cooper, Kiss, Aerosmith, Whitesnake, Bad English, Damn Yankees. Όλοι τους, άσχετα πώς τους αποκαλεί το MTV, μπορεί να έχουν φέρει τα κορίτσια επιτέλους χωρίς ενοχές στα κλαμπ και τις συναυλίες, όμως όλοι το ξέρουμε: δε λογίζονται για “metal” αυτοί.  


Τα γκρουπ του thrash έχουν όλα πλέον υπογράψει με πολυεθνικές, ενώ τα μέλη τους κοιτάζουν από κοντά το κατώφλι των 30. Σα να περιμένουν τον επόμενο δίσκο των Metallica, που όμως αργεί ακόμη, να τους δώσει τον τόνο, ενώ στο μεταξύ «ωριμάζουν»: Anthrax και Testament με βήμα σημειωτόν, κόβοντας ταχύτητα, κάνοντας διασκευές και βίντεο-κλιπ για το MTV, οι δεύτεροι μάλιστα ρίχνοντας μέσα και μια heavy μπαλάντα (“Τhe Ballad”). Κατά πόδας και οι Megadeth με το κανινούριο τους, “Rust In Peace”, ένα δίσκο με –επιτέλους- ευκρινή και δυνατή παραγωγή από τον Mike Clink, οι Celtic Frost, με το απομακρυσμένο από την occult σκατοψυχιά και δουλεμένο σε industrialδρόμους “Vanity/Nemesis”, που κοιτάζει προς ένα πιο mainstream heavy κοινό, ως κι οι Kreator, με το “Coma Of Souls”, όπου ο Mille ουρλιάζει τους κοινωνιολογικόστροφους δυστοπισμούς του πάνω σε κομμάτια στα οποία διακρίνεται κάτι σαν μελωδία.  
Το κενό που δημιουργεί αυτή διστακτική «ωρίμανση» εκμεταλλεύονται οι Slayer με το σφυροκόπημα του “Seasons In The Abyss”, στο οποίο με μεγάλο όπλο την παραγωγή του Rick Rubin, αφήνουν τη διαβολολογία και εστιάζουν στη βία και στο φόνο, παίρνοντας άκοπα τα λυσσασμένα thrashάκια δεύτερης γενιάς στο πλευρό τους. Την ίδια στιγμή, η νέα γενιά του thrash, ονόματα που έχουν μπει στη δισκογραφία με ορμή όπως οι Annihilator και Sepultura διατηρούν τις πριονοκορδέλλες τους, υπαινισσόμενοι ότι οι μέταλ ύμνοι του αύριο θα ξεπηδήσουν από τον ακραίο ήχο.  
Ο πληθωρισμός στη μουσική παραγωγή σε εποχές ανύποπτα εύφορες όπως το γύρισμα της δεκαετίας του ’90, εντείνει την απόλαυση και ενισχύει την κατανάλωση, κάποιες φορές, δε, μέσα απ’ αυτόν διευκολύνεται ο ακροατής να δει τα πράγματα και πιο καθαρά. Όσοι γράφαμε στο κοντέρ πέντε με εφτά χρόνια μεταλλοσύνης, το φθινόπωρο του 1990 το συζητούσαμε : θα συνεχίσει το μέταλ να υφίσταται όπως το ξέρουμε; Αν όχι, πώς θα είναι; Κυρίως, με τα μεγάλα ονόματα σε κάμψη, ποιοί θα είναι οι «δικοί μας» ηγέτες στη νέα δεκαετία;  
Ο καινούριος δίσκος των Queensryche σκάει καταμεσίς αυτής της υπερπληθώρας από νέες κυκλοφορίες, μέσα Σεπτεμβρίου του 1990. Η διεθνής σκληρόηχη κοινότητα δεν περιμένει από αυτό το γκρουπ να παίξει το ρόλο του σημαιοφόρου, όμως είναι σαφές ότι έχει ακόμη πράγματα να δώσει.
Μετά το φουτουριστικό “Rage For Order”, το οποίο σύντομα οι ίδιοι οι Queensryche αποκήρυξαν ως υπερβολικά πομπώδες, κατάφεραν με σκληρή δουλειά να καθιερωθούν ως το «μέταλ του σκεπτόμενου ακροατή», με το “Operation Mindcrime” του ’88, ένα κονσεπτ άλμπουμ για την επιρροή των χαρισματικών γκουρού στις άβουλες μάζες, το οποίο μετά από έναν ολόκληρο χρόνο περιοδειών τους απέδωσε τον πρώτο πλατινένιο δίσκο στην Αμερική.
Τα άλματά τους από το 1983 που πρωτοηχογράφησαν υπήρξαν γοργά και φιλόδοξα, όμως κανείς δεν είχε την προσδοκία να ηγηθούν κάποιας μουσικής τάσης, πολλώ μάλλον να διαμορφώσουν οι ίδιοι κάποια νέα.
Το εξώφυλλο του νέου δίσκου σχηματικό: το οικόσημό τους σε μαύρο φόντο, καρφωμένο στο τρίπατο οικοδόμημα που σχηματίζουν τα γράμματα της λέξης “Empire”, που είναι και ο τίτλος του. Παρά τα έντεκα μόνο τραγούδια του, φιγουράρει στον δεύτερο όροφο του Happening στις κυκλοφορίες «εισαγωγής» ως διπλό βινύλιο («για καλύτερη ποιότητα ήχου»), χωρίς να προϊδεάζει για το τί περιέχει. Η τιμή του όμως είναι αποτρεπτική. 4.300 δραχμές ο διπλός δίσκος, 2.250 η κασσέτα χρωμίου -κι αυτή εισαγωγής- το δε ρακ με τις στοίβες από το νεαρό μέσο καταγραφής του ήχου για το οποίο όλοι μιλούν, το ασημένιο στρογγυλό δισκάκι με την τρύπα στη μέση που διαφημίζεται ως “compact disc” τιμάται, άκουσον – άκουσον, 5.400 δραχμές.
Για να αποφύγουμε άλλες αναλογίες, ένα φοιτητικό βδομαδιάτικο.
Είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους το “Empire” το φθινόπωρο του ’90 δε θα γίνει προτεραιότητα για το εγχώριο αγοραστικό κοινό, ιδίως του μέταλ. Κατά έναν παράδοξο τρόπο όμως, η απλησίαστη τιμή, ενισχύει το εστέτ του πράγματος. Ελάχιστοι το έχουν ακούσει, δυσανάλογα πολλοί τους συζητούν : Οι Queensryche είναι «άλλο επίπεδο». «Ανανεωτές». «Δεν παίζουν τα ίδια και τα ίδια». Είναι πλέον «από τα συγκροτήματα που πρέπει να έχεις compact disc player για να τα απολαύσεις». Ωστόσο, το μεταλλικό cred της μπάντας από το Seattle ανορθώνεται με το πού σκάει μύτη στο MTV το πρώτο βίντεο – κλιπ του δίσκου, για το κομμάτι  "Empire".  
Έρχεται στα μάτια και τα αυτιά μας πρώτες μέρες Σεπτεμβρίου, από το μεταμεσονύχτιο “Headbanger’s Ball” της Κυριακής. Τα στακάτα τύμπανα του Scott Rockenfield και το ριφ του Michael Wilton που παραπέμπει στην συναισθηματική σκληράδα του “Rage For Order” απλώνουν έναν τραχύ καμβά πάνω στον οποίο ο 31χρονος Geoff Tate ξεδιπλώνει ένα πικρό έμμετρο σχόλιο για την κοινωνική κατάρρευση της αμερικάνικης μητρόπολης. Πτώματα στην Chinatown, νεαροί παραβατικοί στη σκιά των γκέττο, εκμετάλλευση, φτώχεια και φονικά για το κέρδος («ο Johnny πουλάει κρακ για να μπορέσει να σπουδάσει, μ’ ένα ΑΚ-47 για καλύτερό του φίλο»). Όλα μαζί, τα υλικά πάνω στα οποία οικοδομείται κάθε «Αυτοκρατορία».  
Το κομμάτι, ντυμένο μ’ ένα σκοτεινό βίντεο – κλιπ του περίφημου σκηνοθέτη, φωτογράφου και εικονογράφου Matt Mahurin, θα οδηγήσει και το άλμπουμ ψηλά στα, πλέον, εξειδικευμένα για ροκ τσαρτς του Billboard Mainstream Rock Songs #22, 3/11/90), γεννώντας ακόμη μεγαλύτερη περιέργειa κaι προσμονή για να ακούσει κανείς τη συνολική πρόταση. Η οποία, πραγματικά, αν ακούσεις το “Empire” σε καλό ηχοσύστημα και μάλιστα από cd, βρίσκεται εκεί.  


Ένας ήχος κρυστάλλινος, χωρίς τα ιδιοσυστατικά εφέ των δύο προηγούμενων άλμπουμ, τετράγωνος, ακριβής, με οικονομία στις κιθάρες και γι’ αυτό ευκίνητος, με χώρο για την πρώτη φορά τόσο σίγουρη και συναισθηματικά απτή οπερατική φωνή του Geoff Tate.  
Υπάρχει μια ζεστασιά, ένας παλμός, κάτι πολύ προσιτό στο “Empire”. Ένα νέο είδος ήχου με metal παρελθόν, που ξεκάθαρα επιδιώκει να διατρήσει τα στεγανά, να απευθυνθεί στο κατά το δυνατόν ευρύτερο κοινό, γινόμενο στην ουσία κάτι ανάλογο με ό,τι οι Rush μια δεκαετία πριν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο 39χρονος Peter Collins, παραγωγός δίσκων με προτεραιοτητα την ηχητική διαύγεια (“The Cage” των Tygers Of The Pan Tang, τα δύο lp του Nick Kershaw, ένα μέρος από το “Run For Cover” και τα “Wild Frontier” και “After The War” του Gary Moore), ήταν αυτός που συνέδεσε την hi-fi προσέγγιση με το νέο-prog rock της δεύτερης φάσης των Rush με τα αλμπουμ “Power Windows” και “Hold Your Fire”. O ίδιος οικοδόμησε το “Operation Mindcrime”, το με διαφορά πιο συνεκτικό concept album από μέταλ συγκρότημα της δεκαετίας του ‘80. Και τώρα, αυτός είναι που τους οδηγεί ένα επίπεδο παραπάνω.  
Το άλμπουμ ξεκινά με το Best I Can ένα άμεσο, ημισυμφωνικό hi-tech σάουντρακ πέντε περίπου λεπτών, αφιερωμένο στη δύναμη ψυχής όλων εκείνων που παλεύουν με τα κινητικά ντεζαβαντάζ. Με στίχο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ψυχωμένη ερμηνεία από τον Geoff Tate, περιπετειώδες σόλο από τον Chris DeGarmo κι ένα ακόμη καλλιτεχνικά φωτοσκασμένο βίντεο κλιπ του Mahurin -ξεκινά από την κατήφεια της ακινησίας και ανεβαίνει προς το ρεφραίν, καταλήγοντας στην εγκεφαλική προβολή ενός μεγαλοπρεπεπούς καρφώματος σε μπασκέτα από τον καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι- δίνει τον τόνο του δίσκου. Εδώ δεν ζει πια η “Queen Of The Reich”, τα cyber-βαμπίρ του “Walk In The Shadows”, ή ο οργισμένος Nikki του “Operation Mindcrime”, αλλά μια μπάντα που θέτει μόνη της τo στάνταρ και το στοίχημα: να τελειοποιήσει τη μουσική του απόδοση και μέσω αυτής να κατακτήσει τη θέση που της αξίζει, όχι στα γούστα το κοινού που την ακολουθούσε μέχρι τώρα, αλλά εκείνου που περιμενει να κερδηθεί από κάτι ωριμώτερο. Το “Best I Can” θα γίνει το δεύτερο single από το “Empire” (UΚ#36, 6/7/91 και Bill.Main.R.S.#18, 12/1/91)  


To “The Thin Line”, με τα κρουστά του Rockenfield ν’ ακούγονται παντού, τον ελλειπτικό στίχο που περιπλέκει φόβο, πόθο και οράματα μέσα από μια παγερή, ελεγχόμενη ερμηνεία του Tate, είναι ένα μυστήριο μόρφωμα, ανάμεσα σε Rush και R.E.M. που απολήγει σ’ ένα αμήχανα επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Τον οποίο διασκεδάζει το μπάσο του Eddie Jackson που εισάγει το "Jet City Woman". Ο μελαγχολικός Tate και οι υπαινυκτικές κιθαριστικές αρμονίες μεγεθύνουν την προσδοκία προς το ρεφραίν. Από το πρώτο άκουσμα, το πιο βατό τραγούδι που έχουν γράψει ποτέ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν περιέχει, σε εξαίρετο χρονισμό άλλο ένα ηλεκτρισμένο σόλο – σήμα κατατεθέν του De Garmo.
Jet City λέγεται το Seattle, η γενέτειρα της μπάντας, εξ ου και η νόστος του στίχου για επιστροφή στα πάτρια, ειδωμένη με επίκεντρο μια θηλυκή φιγούρα. Δυσκολο να μην έρθει το μυαλό η αεροσυνοδός ονόματι  Suzanne, που έχει, πριν λίγους μήνες, γίνει η δεύτερη σύζυγος του Tate (UK#39, 7/9/91 και Bill.Main.R.S.#6, 3/8/91).  



Το “Della Brown” προκύπτει μ’ έναν funk ρυθμό μέσα από ήχους των δρόμων της πόλης κι εξελίσσεται σ’ ένα διηγηματικό down tempo σκαρίφημα, ποτισμένο από βροχή. Μιλάει για μια φτωχή νεαρή που με τσακισμένα όνειρα ζει στο πεζοδρόμιο από την ελεημοσύνη των περαστικών, προσδοκώντας να φανεί κάποιος να την αγαπήσει.
Μια ακόμη μη αναμενόμενη, ως υπερβολικά «ανθρώπινη» για μέταλ συγκρότημα, θεματική, η οποία, καθώς το ένα κομμάτι διαδέχεται το άλλο, αρχίζει να διαμορφώνει το προφίλ του δίσκου. Είναι οι ανεπιθύμητοι, οι μοναχικοί και οι αδύναμοι αυτοί που κατοικούν στα έγκατα της «Αυτοκρατορίας». Το κλίμα αυτό κάνει ευφορικά ευπρόσδεκτο το Another Rainy Night (Without You)”, μια εκλεπτυσμένη light metal απόπειρα που θα περίμενε κανείς από γκρουπ όπως οι Nelson ή οι Poison.
Μόνο που οι δίδυμες κιθάρες των DeGarmo και Wilson θυμίζουν τόσο γιατί οι Queensryche υπερέχουν σε μουσική νοημοσύνη απ’ όλους αυτούς, όσο και γιατί υποσκελίζουν σε τραγουδοποιία γκρουπ όπως, λ.χ., οι πιο σύνθετοι και «προοδευτικοί» Fates Warning.
Η αποπροσανατολιστική για τον fan των παλιών Queensryche επίδραση του “Empire” ενδυναμώνεται με το Della Brown: αν ο δρόμος του μέλλοντος είναι το metal να γίνει πιο μελωδικό, να τον περπατήσουμε. Το τραγούδι θα γίνει το τελευταίο χρονικά single που θα κυκλοφορήσει από το άλμπουμ (Bill.Main.R.S.#7, 4/1/92).  

Το “Resistance” έχει στίχο ρεπορταζιακό για όλα στραβά του πλανήτη, ενώ η μουσική του μοιάζει με κάτι που οι Def Leppard θα είχαν κάνει οχτώμισυ χρόνια να γράψουν και τελικά θα άφηναν έξω απ’ το “Hysteria”.  
Και κει, στο δεύτερο δίσκο, πρώτη πλευρά, έρχεται το μέγα άσμα.  
«Κατά μέσο όρο ο άνθρωπος περνά γύρω στη μιάμισυ ώρα ενώ κοιμάται σε κατάσταση REM, κατά τη διάρκεια της οποίας νιώθει έντονες οπτικές και ηχητικές εμπειρίες. Είχα κάποιες και εντυπωσιάστηκα τόσο ώστε θέλησα να γράψω γι’ αυτό», θα εξηγήσει ο Tate στο βρεταννικό Metal Hammer  τον Οκτώβριο του ’90.  
Με την ακουστική κιθάρα του DeGarmo να οδηγεί σε ένα ένα τοπίο ανάμεσα σε “Great Gig In The Sky” και “Comfortably Numb” – και χρειάζεται όχι μόνο φιλοδοξία, αλλά και κοχόνες για να αναμετρηθείς με τους δημιουργούς τέτοιας μουσικής – το "Silent Lucidity" εμφορείται από μια ονειρική ποιότητα, την οποία ζωγραφίζουν τα ενορχηστρωμένα από τον μεγάλο Michael Kamen έγχορδα.  
“I- will be watching over you
I- am gonna help you see it through
I- will protect you in the night
I- am smiling next to you, in Silent Lucidity”
 
Θα γίνει η μεγάλη επιτυχία του δίσκου, το πραγματικά κλασσικό τραγούδι της δισκογραφίας της μπάντας, αυτό που θα τους βάλει στο mainstream ραδιόφωνο (US#9, 1/6/91, UK#18, 15/8/92) και θα τους φέρει μεχρι στο να προταθούν για Grammy και να κερδίσουν το MTV Viewers Choice Award, βραβείο το οποίο, κατά μια έννοια, το 1991 είχε μεγαλύτερη σημασία από το Grammy.  


Όμως ο δίσκος δεν έχει τελειώσει. Το “Hand On Heart”, με τον διαπροσωπικό του στίχο να εφαρμόζει σε δέκα διαφορετικές συνθήκες ζωής, έρχεται να υπομνήσει πόσο κομβικός, κινητήριος είναι ο ήχος του μπασίστα Εddie Jackson σε ολόκληρο το καινούριο υλικό. Άλλα συγκροτήματα θα βάσιζαν τις ελπίδες τους για ένα hit single σε ένα κομμάτι σαν αυτό, που οι Queensryche έχουν τρίτο απ’ το τέλος.
Το “One And Only”, ένα Rush-οειδές γέμισμα με συμβατικό boy-loves-girl στίχο οδηγεί στο τελευταίο κομμάτι. ΤοAnybody Listening?” (Bill.Main.R.S.#16, 14/3/92), μια power μπαλλάντα με αυθεντική ένταση, ένα κάλεσμα στον άγνωστο ακροατή να συνδεθεί όχι πια με τις συμβάσεις του metal, αλλά με τη μουσική ουσία, με όσα οι Queensryche έχουν να συνθέσουν και να πουν στο κοινό του μέλλοντός τους.  Ένα κλείσιμο αντάξιο ενός έντονου, με διαπλαστική ισχύ στα συναισθήματα άλμπουμ, φτιαγμένου ν’ ακούγεται από την αρχή ως το τέλος, χωρίς να προτάσσει το ύφος, αλλά τη δύναμη των συνθέσεών του.  


Το “Empire” μπήκε στο top-10 του Billboard σύντομα μετά την κυκλοφορία του (US#7, 6/10/90 καιUK#13, 22/9/90). Έμεινε στα 100 πρώτα της Αμερικής πάνω από δύο συνεχόμενα χρόνια και αποτέλεσε το δισκογραφικό ζενίθ τους.
Συγχρόνως, έγινε, για όλους εμάς τους μεγαλωμένους με το πρώτο κύμα του μετάλλου, τo τελευταίο χρονικά άλμπουμ από «μέταλ» συγκρότημα που ενώ σημείωσε εμπορική επιτυχία είχε συγχρόνως και κάτι να μας πει. Λίγο καιρό μετά, από τα τέλη του ’91, ενέσκηψε στην παγκόσμια μουσική μόδα η σκοτοδίνη του grunge.
Κατά τραγική ειρωνεία, κι αυτό γεννήθηκε στο Seattle.  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου