Robert Plant: Η Αρχή των Ροπών
Saturday

4Nov

Robert Plant: Η Αρχή των Ροπών

Δημοσιεύθηκε από:

04/11/2023

Κατηγορία: Old Time Rock

1656
Καλοκαίρι του 1982. Το πρώτο άλμπουμ του Robert Plant ως σόλο καλλιτέχνη, το “Pictures At Eleven” κάνει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία, μπαίνοντας στα τοπ-5 Βρετανίας και Αμερικής (UK#2, 10 & 17/7/82, US#5, 7/8/82).
Γνωρίζει ότι δεν διαθέτει αρκετό δικό του υλικό να παρουσιάσεΙ, με αναπόφευκτη συνέπεια, αργά ή γρήγορα, να υποχρεωθεί ενωπιον του απαιτητικού όσο και ανηλεούς με τις συγκρίσεις κοινού, να παίξει ζωντανά κάποια τραγούδια των Zeppelin.
«Έκοψα τα μαλλιά μου και δεν είχα όχι μόνο τραγουδήσει, αλλά ούτε ακούσει έστω και μισό κομμάτι των Zeppelin για δύο ολόκληρα χρόνια. Θα έκανα ακόμη περισσότερο, αν ο φίλος της κόρης μου (σ.σ. της 14χρονης Carmen Jane) που ήταν σε μια μπάντα, δεν επέμενε ότι “ένα σημείο του Black Dog ήτανε λάθος”, γιατί παρεμβάλλεται ένα μέτρο 5/4 ανάμεσα σε ένα άλλο 4/4. Τσαντίστηκα, έβγαλα το δίσκο, τον έβαλα στο πικάπ. Άκου ‘δω μικρέ αυθάδη. Λάθος εδώ δεν υπάρχει».
Οι εργασίες για τον δεύτερό του δίσκο ξεκινούν στο Hereford, μια γραφική πόλη 16 μίλια από τα σύνορα με την Ουαλία.
Ο Plant νοικιάζει εκεί μια έπαυλη του 15ου αιώνα που ανήκει στον φίλο του Roy Harper, τον 41χρονο πασίγνωστο στη βρετανική μουσική σκηνή φολκ τραγουδοποιό. Στην έπαυλη αυτή βρίσκονται και τα Rockfield Studios.
Προσωπικό και ομάδα παραγωγής είναι ίδια με το πετυχημένο “Pictures At Eleven” (μόνη προσθήκη ο 33χρονος Barriemore Barlow, πρώην ντράμμερ των Jethro Tull, που θα συμμετάσχει τελικά στα τύμπανα σε 2 από τα 8 κομμάτια του νέου υλικού). Στην κιθάρα ο 31χρονος χαμηλών τόνων, εργατικός αλλά και με θαυμάσιες μουσικές ιδέες Robbie Blunt ο οποίος δεν κρύβει ότι αντιμετωπίζει με δέος το παρελθόν τoυ Plant. Στα πλήκτρα ο πολυδιάστατος Jezz Woodroffe, συνομήλικος του κιθαρίστα (μερικά χρόνια νωρίτερα ήταν αυτός που είχε δώσει με τα πλήκτρα του το χρώμα στο “Technical Ecstasy” των Black Sabbath), στο μπάσο ο αξιόπιστος sessionάς Paul Martinez και στα τύμπανα ο ένας άσημος συνθέτης και τραγουδιστής που ξεκίνησε σαν ντράμμερ, ονόματι... Phil Collins.
Η σόλο καρριέρα του ντράμμερ των Genesis είχε αρχίσει τότε να απογειώνεται με δύο δίσκους που ανέβηκαν ψηλά και στις δύο γωνιές του Ατλαντικού.
«Ήρθε και με βρήκε», θυμάται ο Plant. «Μου είπε “Μ΄αρέσει τόσο πολύ ο John Bonham ! Θέλω να σε παρακαλέσω να με πάρεις μαζί σου πάνω στη σκηνή. Μόνο για να παίζω τα τύμπανα πίσω σου, όσο εσύ θα τραγουδάς». Ήταν η πιο θετική, γεμάτη έμπνευση και ενθαρρυντική παρουσία. Δεν μπορείτε να φανταστείτε σε τί κατάσταση βρισκόμουν τότε, προσπαθώντας να χαράξω τον δικό μου δρόμο».
Για το πηδάλιο της παραγωγής ο Plant έχει δύο πολύτιμους χειριστές : τον 34χρονο Pat Moran, ηχολήπτη σε δεκάδες βρετανικές prog rock ηχογραφήσεις της δεκαετίας του ’70 (από Van Der Graf Generator και Be Bop Deluxe ως Hawkwind και Budgie) και τον 32χρονο Benji Leferve, δάσκαλο φωνητικής που τον κουράρει ήδη από την εποχή του “The Song Remains The Same”.
H ομήγυρη αυτή θα περάσει τον Αύγουστο στο Hereford συνθέτοντας και προβάροντας και μετά θα μετακομίσει στην Ίμπιζα.
Εκεί έχει ένα από τα εξοχικά του ο αντιπρόεδρος της Atlantic Records, Phil Carson, ο οποίος τους κλείνει το περίφημο πολυτελές ξενοδοχείο Pikes όλο δικό τους. Για τρεις εβδομάδες έχουν τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν το καινούριο υλικό και να τριγυρνάνε γύρω από την πισίνα αδειάζοντας τα μπαρ του ξενοδοχείου και της περιοχής.
«Στήσαμε μια αδιάβροχη τέντα πάνω από τον κήπο –αν και ο καιρός ήταν θαυμάσιος – και παίζαμε μουσική όλη μέρα στους εξωτερικούς χώρους, ενώ το βράδυ τη βγάζαμε στα μπαρ», θυμάται ο Benji Lefevre. «Περάσαμε το ίδιο καλά, αν όχι καλύτερα, από το χρονικό διάστημα που φτιάχναμε τον πρώτο δίσκο. Η δημιουργικότητα ξεχείλιζε απ’ όλους. Μια καταπληκτική περίοδος, μια αναγέννηση από πολλές πλευρές».
Μια πλευρά είναι για όλους προφανής. Ο νέος δίσκος θα γίνει ο πρώτος που η Atlantic θα διανείμει αποκλειστικά μέσα από την προσωπική πλέον δισκογραφική ετικέτα του Plant, την Es Peranza Records, καθώς δεν υπάρχει πια η Swan Song, που είχαν φτιάξει οι Zeppelin το ’74. Το “Pictures At Eleven” ήταν η τελευταία συμβατική υποχρέωση του Plant προς την σε τελικό στάδιο διάλυσης εταιρία των πρώην συμπαικτών του. Ο άνθρωπος που στην σύστησε, ο 47χρονος ιθύνων νους και μάνατζερ στα χρυσά χρόνια των Zeppelin Peter Grant, εν έτει ’82 έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, πνέοντας τα λοίσθια μεταξύ διαβήτη και ποικίλων σαρκοβόρων εθισμών.   
Ο Plant, ακόμη αγωνιώντας να αποστασιοποιηθεί από τον ήχο των Zeppelin, θα αφήσει τους μουσικούς να ακολουθήσουν την έμπνευσή τους. Ξέρουν ότι όσο πιο μακριά από τον αναγνωρίσιμο ήχο, τόσο το καλύτερο. Παράλληλα, έχοντας το τελικό πρόσταγμα, συνειδητοποιεί ότι έχει το δικαίωμα να διευθύνει τους γύρω του όπως πριν λίγα χρόνια έκανε με τους Zeppelin ο Jimmy Page.
«Είμαι αυστηρός στις κατευθύνσεις μου, μόνον όταν καταλάβω ότι δεν μου αρέσει αυτό που γίνεται», θα δηλώσει ο Plant στον John Hutchinson του περιοδικού Record μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ τον Ιούλιο του ’83.
«Το αποτέλεσμα δεν προέκυψε αυτό που θα λέγαμε ‘’εμπορικό’, όσο κι αν εγώ, με τους όρους μου βέβαια, επιθυμούσα να είναι. Ήταν σα να βρισκόμουν σε μια περίεργη αποστολή να φτιάξω μια ελαφρώς μυστηριώδη μουσική και την ίδια στιγμή να μπορώ να κάνω επιτυχία σε ποπ επίπεδο»
Το «αποτέλεσμα» ήταν μια πεντακάθαρη, στιλπνή παραγωγή με ροκ, νεοψυχεδελικά και μελωδικά, άτυπα ροκ-εν-ρολ μοντέλα, ένα κράμα οπωσδήποτε πρωτότυπο όσο και πειραματικό, με τις ιδέες να μην ολοκληρώνονται πάντα, αλλά να αφήνουν την ουσία τους μέσα στις οκτώ συνθέσεις που απαρτίζουν το άλμπουμ.
Ο τίτλος του, «Η Αρχή των Ροπών» (“Principle Of Moments” - UK#7, 20/8/83 & US#8, 8/10/83) προέρχεται από το ομώνυμο θεώρημα της κλασσικής μηχανικής, για την κίνηση και την ισορροπία των στερεών σωμάτων στο χώρο, όπως διατυπώθηκε από τον Γάλλο μαθηματικό Πιέρ Βαρινιόν. Σύμφωνα με τον ορισμό του: «Το αλγεβρικό άθροισμα των ροπών ενός συνόλου δυνάμεων ως προς οποιοδήποτε σημείο του επιπέδου είναι ίσο με τη ροπή της συνισταμένης».
Όχι, ο 35χρονος ροκ θεός της δεκαετίας του ’70 δεν είχε σπουδάσει τίποτε ούτε καν κοντινό σ΄αυτό το αντικείμενο. Όμως έπεσε στην αντίληψή του το σχετικό θεώρημα και είδε ότι απεικονίζει αυτό που ήθελε να κάνει, που οργάνωσε και τελικά πέτυχε στο δίσκο αυτόν. Αποφασισμένος να απομακρυνθεί απ΄ό,τι τον είχε τόσο ανεξίτηλα εντυπώσει στο μουσικό μνημονικό εκατομμυρίων, άφησε τις ροπές των μουσικών γύρω του να αλληλοεπηρεαστούν, με τον ίδιο να υποδεικνύει το σημείο όπου η συνισταμένη τους θα κατευθυνόταν μέσα στο χώρο, για να υλοποιηθεί τελικά το δισκογράφημα.
To “Other Arms”, εύπεπτο, με πληθωρικά δεύτερα φωνητικά και κανονικά ροκ τύμπανα από τον Collins ξεκινά το δίσκο στριμώχνοντας μέσα σε τέσσερα λεπτά όλη την αμφιθυμία και την αμφιταλάντευση που χαρακτηρίζει τον Plant στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Ως «αιχμάλωτος όλης τούτης της παρέλασης» και με αποδέκτη το χωρίς όνομα «μωρό του», το οποίο χάνει, ψάχνει, θέλει να ξαναβρεί κι όμως, διερωτάται: «αν βρω έναν έρωτα – αν βρω έναν τρόπο – τότε θα … ξέρεις εσύ τί».


 

Πίσω σ΄εκείνο το καλοκαίρι του ’82, η επιλογή να ηχογραφήσει το δίσκο και να μην ακολουθήσει την οικογένεια για διακοπές, δεν ήταν τυχαία. Ο γάμος του με την Maureen, μετά από δεκαπέντε χρόνια και τρία παιδιά, το δεύτερο από τα οποία ο 5χρονος Karac που έφυγε από μια σπάνια στομαχική μόλυνση το ’77, έχει φθάσει πλέον η ώρα να πάρει και τυπικά ένα τέλος. Μ’ ένα εξίσου τυπικό για την παντοδυναμία ενός ροκ σταρ αποστασιοποιητικά φροντιστικό εξόδιο. Στέλνει τον βοηθό του Dennis Sheehan να συνοδέψει την Maureen και τα παιδιά σ’ έναν προορισμό ιδανικό, αν όχι να χρυσώσει το χάπι του οριστικού αποχωρισμού, τουλάχιστον να αποπροσανατολίσει με την εξωτική του φύση.
«Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο, το φόρτωσα, πήρα τη Maureen, την Carmen, μια φίλη της από το σχολείο και τον μικρούλη Logan και ταξιδέψαμε στην Μαδέϊρα, στα ανοιχτά της Πορτογαλίας, στον Ειρηνικό. Ο Robert ήθελε να είμαι απλώς παρών σαν ένα υποκατάστατο ανδρικής παρουσίας. Να σιγουρέψω ότι η Maureen θα το έπαιρνε όσο πιο ανώδυνα γινόταν, να προσέχω τα παιδιά, να φροντίσω να μην τους λείψει κάτι στις διακοπές. Χωρίς να μου το πει, το κατάλαβα. Ήξερε ότι είχα δική μου οικογένεια και ότι θα μπορούσα να τους βοηθήσω με συνέπεια με διακριτικότητα».
Τα χαρτιά του διαζυγίου υπογράφηκαν προς το τέλος Αυγούστου του ΄82. Την ίδια περίοδο, o κιθαρίστας Robbie Blunt και ο πληκτράς Jezz Woodroffe διευθετούσαν τα δικά τους.
«Όλοι μας είχαμε καταλήξει να βρισκόμαστε σε εντελώς διαφορετικό πλανήτη από δυό χρόνια πριν, όταν ξεκινήσαμε την μπάντα. Πώς γίνεται να κρατήσεις σπίτι και οικογένεια όταν από τις πενήντα δύο εβδομάδες του χρόνου σε βλέπουν μόνον τις δύο; Αν βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον; Όχι ιδιαίτερα. Ο καθένας είχε να τρέχουν τα δικά του προβλήματα. Απλώς ήμασταν όλοι εκεί και παίζαμε μουσική».
Το ατμοσφαιρικό “In The Mood” είναι μια ρομαντική mantra σαν θραύσμα από απολαυστικό jazz τζαμάρισμα, με τον Blunt να κάνει πιρουέτες και τον τραγουδιστή ελλειπτικό, να δημιουργεί έναν ήπιο και συνάμα παρακινητήριο ημι-σκοπό, ο οποίος θα γίνει κι ένα πολύ επιτυχημένο single, κοντά στα Χριστούγεννα (UK#81, 3/12/83 & US#39, 14/1/84)


Με μια ανεπαίσθητη αύρα από “Black Dog” στο ξεκίνημα, το “MessinWith The Mekon” δίνει τη θέση του σ’ ένα μέτριο groove καραϊβικής, ανοίγεται μετά σ’ ένα πιο συμβατικό, ταχύρρυθμο μονοπάτι, για να ξαποστάσει τελικά σ΄ένα οροπέδιο από πλήκτρα.  
«(…) Μη με ρωτάς λοιπόν πώς νιώθω και το μέσα μου πώς είναι
Γιατί στην περίσταση αυτή μωρό μου
Με την δική μου την τιμή ν’ ανακατεύεσαι δεν κάνει
Θα γίνω καλά, μωρό μου, είναι απλώς η ανάνηψη
Κάνε και συ ένα βήμα, κάπου στη μέση να βρεθούμε,
Λίγο πάρε - δώσε, να χαρείς»

Αμφιθυμία, εγωκεντρισμός, ένας όλο κυκλοτερείς μονολόγους λαβωμένος πρώην ήρωας σε ανάνηψη. Αυτό και το “Wreckless Love” που κλείνει την πρώτη πλευρά, με μια ακόμη κομψή μίξη κιθάρας, πλήκτρων και μεσανατολικών μοτίβων αποδίδουν έναν Plant που ως σόλο καλλιτέχνης πια, αστράφτει από πάθος και επιθυμία για πειραματισμό.
Στη δεύτερη πλευρά νιώθεις ότι το πράγμα γίνεται όλο και καλύτερο. Το “ThruWith The Two Step” με τα πλήκτρα του Woodroffe στο background να φέρουν ψήγματα από “All Of My Love”, περιπλέκει με σαγήνη ένα ερωτικό χορό ενός προς έναν μ’ έναν εύθραυστο μονόλογο, όπου ο νάρκισσος Plant δεν ξέρει αν θα πρέπει να την αφήσει να φύγει ή να της επιβάλει να τον αφήσει εκείνη στην ησυχία του. Κάτι σαν αυτά που συμβαίνουν και στην προσωπική του ζωή. Μην λέγοντας εύκολα όχι σε κάθε ξεπέτα που παρίσταται ικανώς κολακευτική για ένα πρώην sex symbol –από δημοσιογράφους της τηλεόρασης ως γνωριμίες της μιας βραδιάς στην κοντινή ιρλανδέζικη pub, o Plant έχει κατορθώσει να κάνει έναν «κάπως πιο σταθερό» δεσμό με την Shirley, την  …αδελφή της γυναίκας του Maureen, που είναι παντρεμένη με τον επιστάτη της Jennings Farm, μιας αγροτικής έκτασης που ο λάτρης της βουκολικής ζωής Plant κατέχει από τα χρόνια των Zeppelin.
Το ρέον, γεμάτο εύγεστη κιθάρα και την αναγνωρίσιμη, με το κοριτσίστικο νάζι φωνή του Plant, “Horizontal Departure”, συνεχίζει το στιχουργικό παιχνίδι έλξης – άπωσης, που επεκτείνεται και καταλαμβάνει και το κάπως χαοτικό σε διάθεση “Stranger HereThan Over There”.
Για να φτάσει ο δίσκος προς το μεγαλειώδες του τελείωμα με το “Big Log” (UK#11, 13/8/83 & US#20, 15/10/83). Γραμμένο ένα νωχελικό απόγευμα Κυριακής στο μεσαιωνικό σπίτι του Harper, περιστρέφεται γύρω από ένα γλυκύτατο κιθαριστικό θέμα του Blunt, γεμάτο νοσταλγία και διάθεση για ταξίδι στο αχαρτογράφητο.
Μια από κάθε άποψη ώριμη σύνθεση, τόσο μουσικά και στιχουργικά, όσο και από άποψη παραγωγής. Αρμονικά και ανεπαίσθητα ακούει κανείς να το οδηγούν μερικές από τις πλέον επιτυχημένες τεχνικές της εποχής των συνθεσάϊζερ (the rubber kick effect, snappy top beat) που αφήνουν την κιθάρα να πλέει στην επιφάνεια των πλήκτρων, με τα επιμηκυμένα δεύτερα φωνητικά των πολύ γνωστών session τραγουδιστών John David και Ray Martinez.


«Ο έρωτάς μου ένα έχει γίνει με τη λεωφόρο
Το πάθος του φουντώνει καθώς οι πόλεις πλάϊ του περνούν
Και στης νύχτας τον ερχομό τα πίσω φώτα αργοσβήνουν
Κι ερωτήματα χιλιάδες διαφεύγουν
Ο έρωτάς μου μίλια πολλά σε αναμονή
Μάτια που μόνο κοιτούν κι η ματιά στο ρολόϊ
Στο μυστικό που καίει και τον πόνο που δεν περνά
Αλλά θεριεύει με τα χρόνια
 
Με παρασύρει
Μ’ εξαντλεί
Στο δρόμο με κρατά
Με πάει παρακάτω 
Ο έρωτάς μου το όριο ξεπερνά
Με μάτια κόκκινα, πυρετό απ’ του δρόμου το μουρμουρητό
Απόσταση, λαχτάρα και σκέψεις που συγκρούονται
Άραγε να πρέπει για λίγο στο πλάϊ να ξαποστάσω; 
 
Ο έρωτάς σου μεγάλωσε γνωρίζοντας
Μάτια στον καθρέφτη, τη λεία τους να περιμένουν ακόμη
Νιώξθοντας καλά πότε το ταξίδι τελειώνει
Κι είναι χωρίς επιστροφή
Χωρίς επιστροφή, στο φευγιό

Ο έρωτάς μου ένα έγινε με τη λεωφόρο
Τη λεωφόρο
Και της νύχτας τον ερχομό
Ο έρωτάς μου ένα έγινε με τη λεωφόρο».

 
Με σημαντικό κομμάτι του ψυχισμού του δοσμένο στη ζωντανή επαφή με το κοινό, ο Plant νιώθει πια αρκετά σίγουρος θα δεχθεί να ξεκινήσει την πρώτη του περιοδεία ως σόλο καλλιτέχνης με την αρχή τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του ’83, με μια σειρά από μικρές συναυλίες στην Peoria του Illinois. Μαζί με ολόκληρη την μπάντα και στα τύμπανα τον πρόθυμο Phil Collins, που ακολουθεί ως πάλαι ποτέ fan που έχει γίνει συμμέτοχος και υποστηρικτής στα διστακτικά βήματα του παλιού του ήρωα, θα ταξιδέψουν μ’ ένα μικρό ελικοφόρο Viscount από πόλη σε πόλη.  Θα παίξει αποκλειστικά κομμάτια των δύο δικών του δίσκων και η υποδοχή θα είναι παντού από απρόσμενα ενθουσιώδης ως εντυπωσιακή.
 
Είκοσι τρείς συναυλίες σε αρένες στη Βόρεια Αμερική γίνονται sold out. Ανάμεσα σ’ αυτές, το Madison Square Garden (12/9) και το Forum του Λος Άντζελες (27/9), εκεί όπου γράφτηκαν μερικές από πλέον μυθικές σελίδες της ιστορίας των Led Zeppelin.
Η χρονιά θα ολοκληρωθεί θριαμβευτικά με δύο sold out συναυλίες στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου και η περιοδεία για την «Αρχή των Ροπών» στις 26 Φεβουαρίου του ’84 μετά από 9 συναυλίες σε Αυστραλία, μία από Νέα Ζηλανδία και Χονγκ Κονγκ και 8 στην Ιαπωνία.
«Τον είδα να δίνει τον καλύτερο εαυτό του σ’ έκείνη την περιοδεία», θυμάται ο Jezz Woodroffe. «Είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζαμε και θαυμάζαμε ανέκαθεν, όμως αυτή τη φορά είχε και το μυαλό να τα αξιοποιήσει σωστά, χωρίς να τα ξοδεύει. Ήταν σα να ξεφορτώθηκε όλη αυτή τη μυθολογία που τον περιέβαλλε, να αποκαθάρθηκε από τα τελευταία πολύ τραυματικά του χρόνια στους Zeppelin και να ξαναήρθε σε επαφή με την ουσία του ταλέντου του. Ήταν, επιτέλους, χαρούμενος».
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου