Πρώτες μέρες Νοεμβρίου του ’89, απόγευμα. Το MTV παίζει αβέρτα Phil Collins (“Another Day In Paradise”) και Lisa Stansfield (“Around The World”). Ξαφνικά το πρόγραμμα διακόπτεται από ένα έκτακτο δελτίο ‘MTV Νews’. Μια μιγάδα με τιρκουάζ λύκρα κορμάκι διαβάζει σε άπταιστα κόκνεϋ το auto-cue και ατακάρει χαμόγελο φασόν. ...>>

Παρασκευή

11 Νοέ

27 Μαρτίου του '88, αργάμισυ, πάνω στο κατάστρωμα του «Κνωσσός» που πάει για Κρήτη. Εν πλω για τις «πενταήμερες» (πολιτισμικά φορτισμένη ορολογία, μη διορθώσιμη). Λύκεια από παντού έχουν ανακατατευτεί σε παρέες της μιας βραδιάς. ...>>

Η TDK AD 90 ήρθε μέσα σε κρεμ φάκελλο αλληλογραφίας “By Air Mail”, πρώτες μέρες Νοεμβρίου του ’86. Η διεύθυνση, “28 Willoughby Road, London”, γραμμένη σε άψογα italics, από bic με χοντρή μύτη, μ’ έκανε να συντονίσω σε κλάσματα δευτερολέπτου. Με την αποστολέα είχαμε περάσει έναν Αύγουστο όλον παρατεταμένα απογεύματα μπροστά στο πικάπ, αμπελοφιλοσοφώντας και κρυφοκοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. ...>>

Από τότε που οι έφηβοι των ‘80s αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι άλλο ροκ κι άλλο ποπ, ότι το ροκ έχει παρελθόν βαρύ και βαθύ και η ποπ είναι επιφάνεια, το όνομα των Lynyrd Skynyrd το συνόδευαν μια σειρά από αλληλένδετους συνειρμούς....>>

«Θα ξαναπαίξουμε, ρε, το πιστεύω !». Ο Ντίνος Κωστάκης, αδυνατισμένος, αλλά με τη φωτιά να καίει στα μάτια του, ξανασυναντά τον «αδερφό του», τον κιθαρίστα Ηλία Λογγινίδη και τον άνθρωπο που τους βρήκε και τους έβαλε στο χάρτη σαν μπάντα, το Γιάννη Κουτουβό. Σε μια βεράντα κάπου στη Ρόδο με εκπληκτική θέα. Με το εγγονάκι του να παίζει αμέριμνο. Και τον ίδιο να αγναντεύει καθηλωμένος στην από κατασκευής στενάχωρη αναπηρική του πολυθρόνα....>>

«Μην τους κοιτάς αυτούς. Είναι πεθαμένοι και δεν το ξέρουνε». Η σιγουριά του με τάραξε. Το εξώφυλλο του δίσκου, αφημένο πρώτο στη στοίβα, πάνω στο γκρενά βελούδινο κουβερλί της τραπεζαρίας έμοιασε ξαφνικά σαν σκηνή απ΄το «Ζαφείρι και Ατσάλι». Τέσσερις τύποι κοκκαλωμένοι, σ΄ένα διάδρομο κλειστοφοβικό, με ένα πιτσιρίκι ανάμεσά τους, να έχει γυρίσει ανάγωγα την πλάτη....>>

Παρασκευή, αρχές Οκτωβρίου του ’86, μόλις έχει τελειώσει η σχολική εβδομάδα. Καθώς οι παρέες ενώνονται και κατηφορίζουν από τον φαρδύ παράδρομο προς το κέντρο της πόλης, πέφτω πάνω στο Σωτήρη, απ’ το δίπλα Λύκειο. Με τη μία καταλαβαίνω ότι κάτι τρέχει. Κοιτάει τις μπότες του και δαγκώνει σκυφτός ένα Μάρλμπορο. Το στόμα του έχει κρεμάσει προς τα κάτω, σε μια γκριμάτσα πού’ χω δει μόνο σε κάτι παραιτημένους γεροντάρες σε συνοικιακά καφενεία. ...>>

Η ταινία είχε βγει το καλοκαίρι του “Live Aid”, καταμεσίς στην εφηβική μας νιρβάνα. Πάνω που ξεκινούσε η δεύτερης τετραετίας της «Αλλαγής», γεμάτη κοριτσάκια με λουλουδικά και τάματα για «Ακόμα Καλύτερες Μέρες». Είχε τον αρκούντως γλιστερό τίτλο «Το Μπαράκι του Σαν Έλμο» (κατά το «Λιονταράκια του Κυρ- Ηλία» και δεν ήταν παρά μια ύπουλη δοσάρα ρηγκανογενούς ήθους, απ’ αυτές που καταναλώναμε αχόρταγα, σαν τα σακκουλάκια «Τσακίρις» στα θερινά σινεμά. ...>>

Το ιερό φάντασμα του γηπέδου της Νέας Φιλαδέφειας κρατά σφιχτά στο σκιερό χιτώνα του δύο απ΄τις πιο ακριβές μνήμες των ρόκερ αυτής της χώρας. Κάθε φορά που ο Σεπτέμβριος κάνει για τα καλά απόβαση στις ολοένα και πιο μουδιασμένες χρονιές μας, το φάντασμα πλανιέται πάνω την πόλη και με μια τελετουργική χειρονομία συμπόνιας αφήνει τις δυό αυτές μνήμες σε ελεύθερη πτώση. Κι όποιον επισκεφθούν. ...>>

Έπαιζε ντραμς όπως ακριβώς ένα υπερκινητικό παιδί θα διάβαζε ένα βιβλίο. Υπογράμμιζε τα πάντα, με έντονο στυλογράφο, στη μέση μάλιστα άλλαζε τα χρώματα και πολλές φορές πατούσε με μανία δύο και τρεις φορές, τη μία γραμμή πάνω στην άλλη. Τέτοιος ήταν ο ενθουσιασμός που τον καταλάμβανε όταν βρισκόταν στη σκηνή. ...>>